**Προσπάθεια τρομοκράτησης δημοσιογράφου για μια πράξη ανθρωπιάς**
Έντονο προβληματισμό προκαλεί η προσπάθεια τρομοκράτησης δημοσιογράφου, ο οποίος δρα εθελοντικά με μοναδικό σκοπό να προσφέρει χαμόγελο και αισιοδοξία σε ανθρώπους που το έχουν πραγματικά ανάγκη. Μια πρωτοβουλία καθαρά κοινωνική, χωρίς οικονομικό ή προσωπικό όφελος, μετατρέπεται αδικαιολόγητα σε στόχο πιέσεων και εκφοβισμού.
Ο δημοσιογράφος, αξιοποιώντας την πένα και την ανθρώπινη ευαισθησία του, επιλέγει να σταθεί δίπλα σε συμπολίτες μας αναδεικνύοντας ιστορίες ζωής, ελπίδας και αξιοπρέπειας. Αντί η προσπάθεια αυτή να αναγνωριστεί ως πράξη κοινωνικής προσφοράς, επιχειρείται να παρουσιαστεί ως «παράβαση», με αόριστες αιχμές και ανυπόστατους ισχυρισμούς.
Τέτοιες ενέργειες δεν πλήττουν μόνο έναν επαγγελματία. Πλήττουν την ίδια την ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα της δημοσιογραφίας να υπηρετεί την κοινωνία. Η στοχοποίηση όσων επιλέγουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, να μιλούν με ανθρώπινο λόγο και να μεταφέρουν χαμόγελα εκεί όπου κυριαρχεί η σιωπή, συνιστά επικίνδυνη διολίσθηση προς τον φόβο και τη φίμωση.
Η δημοσιογραφία δεν είναι έγκλημα. Ο εθελοντισμός δεν είναι απειλή. Και το χαμόγελο δεν μπορεί –ούτε πρέπει– να ποινικοποιείται. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, η απάντηση στην τρομοκράτηση δεν μπορεί παρά να είναι η αλληλεγγύη, η διαφάνεια και η υπεράσπιση όσων επιμένουν να υπηρετούν τον άνθρωπο, ακόμη και όταν αυτό ενοχλεί.
**Όταν οι ανύπαρκτοι νόμοι γίνονται όπλο φίμωσης**
Σε μια εποχή που η ελευθερία του Τύπου δοκιμάζεται καθημερινά, ένα παράδοξο –και ταυτόχρονα επικίνδυνο– φαινόμενο έρχεται στο προσκήνιο: δημοσιογράφοι να στρέφονται εναντίον συναδέλφων τους, επικαλούμενοι ανύπαρκτους ή διαστρεβλωμένους «δημοσιογραφικούς νόμους», με στόχο όχι την ενημέρωση, αλλά την τρομοκράτηση και την επιβολή.
Πρόκειται για μια πρακτική που δεν έχει καμία σχέση με τη δεοντολογία ή τον υγιή επαγγελματικό έλεγχο. Αντίθετα, θυμίζει μηχανισμό εκφοβισμού, όπου ο φόβος χρησιμοποιείται ως εργαλείο σιωπής. Στο στόχαστρο βρίσκονται κυρίως δημοσιογράφοι που βρίσκονται στην ενεργό δράση: άνθρωποι του ρεπορτάζ, της έρευνας, της καθημερινής μάχης με την πραγματικότητα, που δεν φοβούνται να γράψουν, να εκφραστούν, να χαμογελάσουν μέσα από τη δουλειά τους.
Την ίδια στιγμή, όσοι επιχειρούν να εμφανιστούν ως τιμητές της «νομιμότητας» παραμένουν ακίνητοι, ασφαλείς πίσω από γραφεία και καρέκλες, μακριά από το πεδίο, μακριά από τον παλμό της κοινωνίας. Δεν παράγουν ρεπορτάζ, δεν αναλαμβάνουν ρίσκο, δεν δοκιμάζονται. Κι όμως, προσπαθούν να στερήσουν από συναδέλφους τους –και από την ίδια την κοινωνία– το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης, τη χαρά της δημιουργίας, ακόμη και την ηθική ανταμοιβή που έρχεται όταν ένα άρθρο αγγίζει τον αναγνώστη και αναγνωρίζεται.
Η δημοσιογραφία, όμως, δεν είναι πεδίο εσωτερικών διώξεων ούτε χώρος επιβολής σιωπής. Είναι λειτούργημα που προϋποθέτει ελευθερία, πολυφωνία και σεβασμό. Το χαμόγελο ενός δημοσιογράφου που βραβεύεται για τη δουλειά του δεν είναι πρόκληση· είναι απόδειξη ότι η κοινωνία εξακολουθεί να έχει ανάγκη την αλήθεια, ειπωμένη με θάρρος και ανθρωπιά.
Όταν ανύπαρκτοι νόμοι επιστρατεύονται για να φιμώσουν υπαρκτές φωνές, τότε το πρόβλημα δεν είναι η δημοσιογραφία που ασκείται. Είναι η δημοσιογραφία που φοβάται να υπάρξει. Και απέναντι σε αυτόν τον φόβο, η απάντηση μπορεί να είναι μόνο μία: περισσότερη ελευθερία, περισσότερη δράση, περισσότερη αλήθεια.
Βάλια Αμπατζή
Δημοσιογράφος (30 χρόνια)
Μέλος ελεγκτικής επιτροπής ΕΣΕΤ
Δημοσίευση σχολίου