34. Ἡ Γέφυρα στὸν Μάναρη
Θὰ σᾶς πῶ ἕνα παλιὸ λόγο, ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν τοὺς γράφουν τὰ βιβλία, μονάχα τοὺς θυμοῦνται οἱ πέτρες.
Ἐκεῖ στὸν Μάναρη, στὴν Ἀρκαδία, στέκει ἡ ὀχτάτοξη γέφυρα, μεγάλη καὶ βαριὰ, μὲ καμάρες ποὺ μοιάζουν πλευρὰ ζῶου. Τὴν ἔφτιαξαν ἐπὶ Τρικούπη, τὸ 1896, γιὰ νὰ περνᾷ τὸ τρένο, μα καὶ οἱ χωριανοὶ τὴ διάβαιναν, ὅταν ἡ ἀνάγκη ἦταν μεγάλη καὶ ὁ δρόμος δὲν περίμενε. Ὀχτὼ τόξα εἶχε, ἄλλα μικρότερα κι ἄλλα μεγαλύτερα, γιὰ νὰ ἀκολουθοῦν τὶς ρίζες τῶν βουνῶν καὶ τὰ νεῦρα τῆς γῆς. Ἔλεγαν οἱ γεροντότεροι πὼς τίποτε δὲν μπήκε στὴν τύχη, ἡ πέτρα πάτησε ἐκεῖ ποὺ τὴν δέχτηκε ἡ γῆ. Καὶ σὲ τούτα τὰ τόξα, λέγαν, κατοικοῦν οἱ παλιοὶ θεοί, ποὺ τοὺς ἔδιωξαν οἱ ἐκκλησιές, μα δὲν μπόρεσαν νὰ φύγουν, μονάχα ἔπεσαν στὴ γῆ καὶ γίναν τὰ στοιχειά τοῦ τόπου.
Στὸ χωριὸ τὸ λοιπόν, ζοῦσε μιὰ μάνα μὲ ἕνα γιό, μοναχοπαίδι, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λάμπρο. Τὸν εἶχε ὅλο καμάρι, μὲ φυλαχτὰ στὸν λαιμό καὶ βασιλικὸ στὸ παραθύρι, γιὰ νὰ μὴν τὸν πιάνει μάτι. Ὁ Λάμπρος μεγάλωσε καὶ ἔγινε ὄμορφος σὰν ἄνοιξη καὶ ἄγριος σὰν τὸ βουνό.
Ἕνα βράδυ, ποὺ τὸ φεγγάρι ἦταν κομμένο στὰ δυό, μὲ τὸ μισὸ φῶς νὰ πέφτει στὴ γῆ καὶ τὸ ἄλλο μισὸ νὰ χάνεται στὴ σκιά, ὁ νέος πῆρε τὸν δρόμο γιὰ τὴ γέφυρα. Πῆγαινε νὰ συναντήσῃ μιὰ κόρη ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριὰ, μὲ μάτια μαῦρα καὶ φωνὴ ποὺ ἔμοιαζε νερό. Τὴν εἶχε ἀνταμώσει στὸ πανηγύρι τ’ Ἁϊ-Λιοῦ, ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα χορεύονταν κύκλοι παλιοί, ὄχι σταυρωτοί, καὶ τὰ πόδια χτυποῦσαν τὴ γῆ γιὰ νὰ ξυπνήσῃ καὶ νὰ καρπίσῃ.
Σὰν πάτησε στὸ πρῶτο τόξο τῆς γέφυρας, ἡ πέτρα ἔτριξε βαθειά, σὰν νὰ γύριζε ἀπὸ πολὺ παλιὸ ὕπνο. Ἀπὸ κάτω ἀκουγόταν νερό, μα δὲν φαινόταν ποτάμι, ἦταν ψίθυρος, σὰν λόγια ξεχασμένα.
Στὸ δεύτερο τόξο, ὁ ἀέρας βάρυνε καὶ τὸ φυλαχτό στὸν λαιμό τοῦ νέου ἄρχισε νὰ καίει. Τὰ βήματά του ἔπαψαν νὰ ἀκούγονται, σὰν νὰ περπατοῦσε πάνω σὲ στάχτη ἢ μαλλί.
Στὸ τρίτο τόξο, ἡ σκιά του δὲν ἀκολουθοῦσε πιά τὸ σώμα του. Ἄλλοτε προχωροῦσε μπροστά, ἄλλοτε ἔμενε πίσω, καὶ ὁ δρόμος ἔμοιαζε μακρύτερος ἀπ’ ὅσο ἦταν.
Σὰν ἔφθασε στὴ μέση τῆς γέφυρας, τὸ φεγγάρι ἔσβησε. Ὁ ἀέρας ἔπαψε νὰ κινείται καὶ ἔγινε ἀνάσα βαθειά. Βήματα ἀκούστηκαν χωρὶς νὰ φαίνονται, καὶ τραγούδι χαμηλό, μοιρολόι χωρὶς λόγια, κύλησε ἀνάμεσα στὶς καμάρες.
Τὸ πρωί βρῆκαν μονάχα τὸ φυλαχτό του, πιασμένο στὴν πέτρα, καὶ τὸ νερό ἀπὸ κάτω θολό, σὰν νὰ εἶχε πιεῖ αἷμα.
Ἡ μάνα κάθισε στὴν ἄκρη τῆς γέφυρας σαράντα μέρες, μὲ τὸ μαντίλι στὸ κεφάλι καὶ τὰ μαλλιὰ λυτά, καὶ μιλούσε στὶς καμάρες, σὰν νὰ ἦταν ζωντανές. Τὴν ἑβδόμη νύχτα ἀκούστηκε γέλιο παιδικοῦ μέσα ἀπὸ τὴν πέτρα.
Ἀπὸ τότε, ὅταν περνᾷ κανείς ἀπὸ ’κεῖ καὶ τὸ βῆμά του δὲν κάνει θόρυβο, λένε πὼς δὲν εἶναι μόνος. Ἡ γέφυρα θυμᾶται. Καὶ ὅ,τι θυμᾶται, τὸ ζητᾷ πίσω.
Γι’ αὐτὸ, ὅταν μεγαλώσουν οἱ δρόμοι μπροστά σας, νὰ ρίχνετε λίγο ψωμί στὸ χώμα καὶ νὰ στέκεστε μὲ σεβασμό. Οἱ παλιοὶ ἀκοῦν.
Καὶ ἡ πέτρα δὲν συγχωρεῖ τὴν ἀσέβεια.
Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ
28 Ἰανουαρίου 2026
Ευχαριστούμε πολύ για την κοινοποίηση!!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΔημοσίευση σχολίου