Το προφίλ του Γέρου του Μοριά


ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ
Επιμελεια Ηλιας Τουτουνης

Κολοκοτρώνα! Κολοκοτρώνα!
 Έτσι έλεγαν τα τουρκάκια στα βάθη της Ασίας και το αίμα τους πάγωνε. Η φαντασία τους έπλαθε ένα τεράστιο γίγαντα με τρία μάτια. Το μεσανό, πελώριο, απάνω από την μύτη, στο κούτελο. Τον θέλανε τριχωτό σαν αρκούδα με φοβερά δόντια κάπρου γυριστά, κοφτερά σαν χαντζάρια.

Και πως τον φτιάσανε οι Ευρωπαίοι;
Μεγαλοκέφαλο, μας τον λέει ο Μένδελσον, τρομερό ατσίγγανο μ’ αλλήθωρα μάτια. Και οι άλλοι που τον είδαν από κοντά; Μυτερό, σταχτόχρωμο βράχο, -μας τον παρουσιάζει ο Έμερσον- απ’ αυτούς που είναι σπαρμένοι στο Αιγαίο πέλαγο, «σκοπελοπρόσωπο», τον ονομάζει ο Σούτσος- άγρια μορφή, σκαμμένη από τον καιρό, χαλασμένη από τον πόλεμο, φαγωμένη από την αδιάκοπη ανησυχία, όμοια με τον βράχο, που τον δέρνουν τα κύματα. Κι αυτός ο Γάλλος συνταγματάρχης Βουτιέ, που έκαμε μαζί του στην Τρίπολη, σ’ ολάκερη την πολιορκία, του κολλάει -«une enorme moustache»- ένα πελώριο μουστάκι*. 

Μεσαίος στο ανάστημα, αδύνατος και μαυριδερός, με πολύ μεγάλο κεφάλι. Μύτη μεγάλη γαμψή και γερακωτή. Μαλλιά μακριά, που κυμάτιζαν άτακτα. Η φωνή του βροντερή και επιτακτική, συνήθως όταν μιλούσε στο πλήθος ανέβαινε στο ψηλότερο σημείο ώστε να τον βλέπουν όλοι και ν’ ακούγεται καλύτερα. Μάτια μαύρα βαθουλά, αλλά το βλέμμα του σπινθηροβόλο. Το αριστερό του μάτι είχε πρόβλημα. Στο σημείο αυτό η χαλκογραφία της εποχής τον κολακεύει. Από το κουσούρι του αυτό προέρχεται ο θρύλος –στους Τούρκους που τον έτρεμαν- ότι ήταν άνθρωπος τρομερός στην όψη, ωσάν «κύκλωπας μ’ ένα μάτι».

Αγέρωχος, πονούσε και δεν το έδειχνε, ποτέ δεν δάκρυζε, καλός Χριστιανός, πάντοτε έκανε τον σταυρό του, είχε την συνήθεια να μπαίνει στις εκκλησιές μόνος του και να προσεύχεται, μπροστά ιδίως στην εικόνα της Παναγίας. Δεν πίστευε στις προλήψεις, όμως πάντοτε μίλαγε προληπτικά στους συντρόφους του.
Βασικό χαρακτηριστικό στη μορφή του, η μαυρίλα του. Γι’ αυτό και του είχαν κολλήσει οι συναγωνιστές του, το παρατσούκλι «Γύφτος». Έλεγαν, για τον ίδιο λόγο γύφτο και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στον οποίο ο Θ. Κολοκοτρώνης στις 28/1/1827 έγραφε:
«Γύφτο, Γύφτο έχεις να κάνεις με σόι γύφτικο και στοχάσου… Αλλά και ο Ανδρούτσος του έγραφε:
«Αδελφέ Γύφτε…» 

Την περικεφαλαία του την είχε από τότε που πριν την επανάσταση έγινε, αφού πριν έκανε τον χασάπη στην Ζάκυνθο, ταγματάρχης του Αγγλικού στρατού στα Επτάνησα. Σπάνια την έβαζε, ασχέτως αν τον έχουμε συνηθίσει να την φορεί από τις χαλκογραφίες και τους ανδριάντες των ηρώων του 1821.
Προτιμούσε να φορεί κόκκινο κλέφτικο, χαμηλό φεσάκι. Η συνηθισμένη του αμφίεση ήταν πολύ απλή και ίδια με τους άλλους αγωνιστές. Σώζεται ακόμη η επιστολή που ζητούσε να του στείλουν εσώρουχα γιατί δεν είχε καθόλου.

Σ’ επίσημες παραστάσεις και κυρίως όταν ήθελε να εντυπωσιάσει ξένους έβαζε την περίφημη περικεφαλαία του, επάνω στην οποία είχε γράψει από το έτος 1808 την λέξη «ΕΙΘΕ», δηλαδή «είθε» να φθάσει η ημέρα κατά την οποίαν θα ελευθερωθεί η Ελλάδα.
Σημαία δική του είχε ο Κολοκοτρώνης –γράφει ο Φωτάκος- και διακόσιους διαλεχτούς στρατιώτες , φρουρά με τύμπανα και σάλπιγγες και σημαιοφόρο τον Νικόλα Καραχάλιο, που τις πλάτες του δεν είδαν ποτέ οι Τούρκοι.
Άλογο του, όταν ήταν στην αρματολική ομοσπονδία του Μοριά, ήταν ο Μπέης, του το είχε χαρίσει ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης. Λέγεται ότι ο Ζαχαριάς σκότωσε ένα Μπέη και του πήρε το άλογό του, το χάρισε στον Θοδωράκη γιατί τον υπεραγαπούσε και τον θαύμαζε υπερβολικά. Στα 1821 ήταν ο περίφημος «Κεχαγιάς». Το είχε ονομάσει έτσι γιατί του το έφερε ένας ιπποκόμος Βούλγαρος όπου έφυγε κρυφά από τον Κεχαγιά που υπηρετούσε στην Τριπολιτσά. Είχε και μια όμορφη φοράδα την «Κούλα». Πάντοτε κρατούσε καμουτσίκι στα χέρια του, όπως μας περιγράφει ο ποιητής Αλ. Σούτσος το έτος 1831**

*(«Ο Γέρος του Μοριά», Σπύρου Μελά, εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα 1957, σελ. 7).
**(«Ιστορίᨻ, Περιοδικό, Μηνιαία Ιστορική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 1971, αρ. τεύχους 5, σελ. 35).

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη