Η γέφυρα είναι λιθόκτιστη και αποτελείται από οκτώ τόξα. Έχει ύψος 110m. Εδράζεται σε δώδεκα βάθρα που απέχουν μεταξύ τους περί τα 12.50m. Το μέγιστο ύψος της είναι 21m και το πλάτος της είναι 4.25m. Η γέφυρα μελετήθηκε από το Γάλλο μηχανικό A. Gotteland και κατασκευάστηκε από το μηχανικό P. Lepeche. Πρόκειται για μία εντυπωσιακή κατασκευή, η μεγαλύτερη πέτρινη τραινογέφυρα στην Ελλάδα.
(Στην κατασκευή της συμμετείχαν Σερβαίοι, Λαγκαδινοί, Αρκάδες της Κυνουρίας, Ηπειρώτες, Γάλλοι, Ιταλοί, Αρμένιοι κ.ά. μάστορες/πετράδες.)
.
Βασίλειος Κωνσταντή Σχίζας
Ένα εντυπωσιακό τεχνολογικό αρχιτεκτονικό επίτευγμα της 10ετίας του 1890, επί πρωθυπουργίας του Χαρίλαου Τρικούπη, είναι η πέτρινη γέφυρα στο χωριό Μάναρη Μαντινείας του Νομού Αρκαδίας. Η μελέτη έγινε από αρχιτέκτονες της γαλλικής εταιρείας «Societe' Anonyme Internationale de Construction et d’ Enterprises de Travaux Publics» και το χτίσιμο από μάστορες (μαστόρους) της πέτρας (πετράδες), και μεταξύ αυτών ήσαν Σερβαίοι, Λαγκαδινοί, Αρκάδες της Κυνουρίας, Ηπειρώτες, Γάλλοι, Ιταλοί, Αρμένιοι, γυναίκες της περιοχής, κ.ά. τεχνίτες και εργάτες βοηθοί τους).

Η μεγαλύτερη των Βαλκανίων πέτρινη θολωτή σιδηροδρομική γέφυρα,
στο χωριό Μάναρη Αρκαδίας.
Οι Σερβαίοι και οι άλλοι Γορτύνιοι μαστόροι, στη συνθηματική γλώσσα τους, λέγονταν κρέκονες, οι μαθητευόμενοί τους τριώτες, και τέλος τα παιδιά, που μετέφεραν τις πέτρες και τη λάσπη, τα έλεγαν μαστορόπουλα. Οι Ηπειρώτες μαστόροι συνθηματικά λέγονταν κουδαραίοι, οι μαθητευόμενοι κάλφες, τα παιδιά-οι βοηθοί τους- λαγούλια και οι μικροί μολέτσ’κους.
Οι Ηπειρώτες κουδαραίοι, οργανωμένοι ιεραρχικά σε μπουλούκια, ταξίδευαν για αναζήτηση δουλειάς (ράπου), σε όλα τα Βαλκάνια, τότε που η χερσόνησος του Αίμου, εκτός από την Παλιά Ελλάδα, ήταν ακόμη υπόδουλη στους Οθωμανούς. Έχουν κατασκευάσει καμπαναριά, γεφύρια, εκκλησίες, δημόσια χτίρια, σπίτια (κουφιά στη συνθηματική γλώσσα τους) κ.ά. εξαιρετικής τέχνης οικοδομήματα. Οι Σερβαίοι και άλλοι Γορτύνιοι κρέκονες, στα πλαίσια των Λαγκαδινών μαστόρων, ταξίδευαν κι’ αυτοί σε ομάδες/μπουλούκια, σε όλη την Ελλάδα και περισσότερο στην Πελοπόννησο. Τη δουλειά την έλεγαν αγιαδουλειά, και τα κέρδη τα έλεγαν καζάντι. Τα εντυπωσιακά πολλά έργα τους, τα οποία άφησαν στο κρεκονίστικο πέρασμά τους (στη μαστοριά), ήταν αιτία να τους αποδώσει ο κόσμος το παροιμιώδες, «οι Λαγκαδινοί μαστόροι χτίσανε τον κόσμο όλο!».
Η ιστορική πέτρινη - τοξωτή γέφυρα αυτού του τύπου, στο χωριό Μάναρη Αρκαδίας, είναι η μεγαλύτερη κοιλαδογέφυρα, στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Η μελέτη για την κατασκευή της έγινε, στη διετία 1890 – 1891, από τον γάλλο αρχιτέκτονα Λεπές, και το έργο ολοκληρώθηκε το 1896,με την επίβλεψη του αρχιμηχανικού Γκότελαντ, δηλαδή μετά από τέσσερα χρόνια. Λειτούργησε πρώτη φορά το 1898 ως σιδηροδρομική κοιλαδογέφυρα διασύνδεσης της γραμμής μονής κατευθύνσεως, Μύλων/Αργολίδας – Καλαμάτας. (Κοιλαδογέφυρα είναι η γέφυρα που συνδέει ορεινούς όγκους, είναι πάνω από κοιλάδα, θάλασσα κ.λπ.).
Έχει μήκος 116 μέτρα, σε οριζοντιογραφική καμπύλη (σ.σ. είναι ορολογία της μηχανικής), με οκτώ (8) τοξωτά ανοίγματα, τα οποία στηρίζονται σε οχτώ (8) κολώνες ύψους δώδεκα (12) μέτρων, πεπλατυσμένες στη βάση τους και στενότερες στο πάνω μέρος ώστε να αποτελούν κόλουρες πυραμίδες. Τέλος, πάνω από τα τόξα έχει κτιστή η υπερκείμενη επίπεδη επιφάνεια, στην οποία είναι οι ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής. Το οριζόντιο κυκλικό τόξο, (η οριζοντιογραφική καμπύλη), είναι 40 μοιρών που σημαίνει ότι αποτελεί τμήμα νοητού κύκλου, με ακτίνα 165,84 μέτρα. Το συνολικό ύψος της γέφυρας είναι 22 μέτρα και το πλάτος της 4,5 μέτρα.
Τις πέτρες (γκούρες), όπως τις έλεγαν οι Σερβαίοι μαστόροι (κρέκονες), ενώ οι Ηπειρώτες κουδαραίοι τις έλεγαν (κούδες), τις έπαιρναν από τα λατομεία (νταμάρια) του διπλανού βουνού Σπαρτιά. Τις έβγαζαν οιλιθαράδες (νταμαρτζήδες) και τις επεξεργάζονταν (τους έδιναν «πρόσωπο») οι λιθοξόοι (πελεκάνοι). (Παρατηρούνε εδώ ότι η κάθε συντεχνία πετράδων μαστόρων, σε διαφορετικά μέρη της χώρας, είχε τη δική της συνθηματική γλώσσα).
Η γέφυρα Μάναρη πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του προγράμματος ανάπτυξης του ελληνικού σιδηροδρομικού δικτύου, όπως και πολλά άλλα σημαντικά έργα ανάπλασης της χώρας, από τον οραματιστή πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη. «Κάτω ο πετρέλαιος» και «φορομπήχτη» ήταν το σύνθημα των πολιτικών αντιπάλων του, αφού όλα τα μεγάλα έργα έγιναν με «δανεικά λεφτά» από τους «δυτικούς δανειστές», με ότι συνεπαγόταν αυτό για την οικονομία και το φτωχό λαό, γι’ αυτό επί πρωθυπουργίας του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν!», όπως είπε ο ίδιος.

Η εμβληματική σιδηροδρομική γέφυρα Μάναρη,
όταν περνούσαν πάνω στις ράγες της τα τρένα.
Ο φιλόδοξος, μεταρρυθμιστής πρωθυπουργός της αναγεννημένης Ελλάδας του 19ου αιώνα, Χαρίλαος Τρικούπης, οραματίστηκε και τη δημιουργία γέφυρας, η οποία να ενώνει το Ρίο με το Αντίρριο. Το έργο αυτό υλοποιήθηκε 100 χρόνια αργότερα, στο τέλος του 20ου (το 1998 άρχισαν οι μελέτες) και στις αρχές του 21ου αιώνα. Όταν παραδόθηκε στην κυκλοφορία, το 2004, ήταν η μεγαλύτερη καλωδιακή γέφυρα του κόσμου.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση του χωριού Μάναρη Αρκαδίας, από όπου και το όνομα της γέφυρας, προκάλεσε τις αρμόδιες υπηρεσίες και το 2014, μετά από ειδική τελετή προβολής, αδελφοποιήθηκαν οι γέφυρες της ζεύξης Ρίου – Αντιρρίου και της πέτρινης σιδηροδρομικής/τοξοτής του Μάναρη, τιμώντας έτσι τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη.
Οι κάτοικοι του Μάναρη και ο πολιτιστικός φορέας τους ενήργησαν βεβαίως πολύ ορθά, για την ανάδειξη του μοναδικού έργου της γέφυρας, που έχει πολύπτυχο όφελος για τον τόπου τους, καθώς και για την ευρύτερη περιοχή.
Σε κάθε περίπτωση, βεβαίως, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και η σημαντική προσφορά των μαστόρων της, οι οποίοι κατασκεύασαν «έργο αθάνατο» εξαίσιου κάλλους, από το οποίο πέρασαν χιλιάδες τρένα, στον αιώνα που πέρασε.
Ο μάστορας (κρέκονας) Ηλίας Παγκράτης, μετά από παρατήρηση στη γέφυρα, μας λέγει πως, παρά την καταπόνηση στα τόσα χρόνια, δεν φαίνεται να υπάρχει φυσιολογική φθορά, αλλά αντίθετα η υψηλή τεχνική και τα άλατα (μολυβοχίνη τα λένε οι μαστόροι), τα οποία δημιουργούνται από τις βροχές και γενικά τις καιρικές συνθήκες, καθιστούν συμπαγή τα τοιχία, με σκλήρυνση του υλικού των αρμών, ανάμεσα στις πέτρες.
Η γέφυρα Μάναρη, λοιπόν, έχει χαρακτηριστεί «μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς» και εξ' αυτού του λόγου τυχαίνει ειδικής προστασίας, παρά το γεγονός ότι η λειτουργία της σιδηροδρομική γραμμής Κορίνθου – Τρίπολης – Καλαμάτας… έχει ανασταλεί τα τελευταία οχτώ (8) χρόνια!
Δημοσίευση σχολίου