Όλες οι Αρκαδικές προσωπικότητες από τον Π. Σαραντάκη


Η ομιλία του Πέτρου Σαραντάκη

Η ομιλία μου, για τους Αρκάδες των Τεχνών και των Γραμμάτων, στην τελετή εγκαινίων της Δημοτικής Πινακοθήκης Τρίπολης "Φ. Τσιχριτζής".

Η Αρκαδία, πέρα από μια σύγχρονη περιοχή με πολυσήμαντη ιστορία, είναι και ένα όνομα που επικράτησε στον παγκόσμιο πολιτισμό, σαν την αναπόληση της εφικτής ευδαιμονίας. Μιας ευδαιμονίας που συνδέθηκε με την έννοια της αρμονίας, της χαράς της ζωής, του μέτρου και της επιστροφής στη φύση και την ουσία.
Η ανυπέρβλητη φυσική ομορφιά της και ο ευτυχής και ενάρετος βίος των κατοίκων της επηρέασαν βαθύτατα τα φωτεινότερα πνεύματα της ευρωπαϊκής διανόησης και έγιναν η έμπνευσή τους για να δημιουργήσουν τα καλλίτερα έργα τους. 
Ο Λατίνοι ποιητές Βιργίλιος και πολλά χρόνια αργότερα ο Σανατζάρο έγιναν οι υμνητές των αρετών του ειδυλλιακού τόπου μας. Εμβληματικές μορφές της παγκόσμιας ζωγραφικής, φιλοτέχνησαν αρκαδικά θέματα, αποδίδοντας στην Αρκαδία μυστικιστικές διαστάσεις σχετικές με την ανθρώπινη ύπαρξη, δημιουργώντας συχνά και ζωγραφικά έργα στα οποία κυριάρχησε η γαλήνη των βουκολικών τοπίων της. Η σιβυλλική φράση Et in Arcadia Ego θα πρωτοεμφανιστεί, στα μέσα του 17ου αιώνα σε έναν πίνακα του Guercino και λίγο αργότερα θα εμφανιστεί σε δύο πίνακες του Nicolas Poussin, με τίτλο Οι Ποιμένες της Αρκαδίας. 
Στη Ρώμη, επίσης, το 1690, διάσημοι πνευματικοί άνθρωποι ίδρυσαν τον πνευματικό όμιλο «Ακαδημία των Αρκάδων», μέλη της οποίας υπήρξαν ο Γκαίτε, ο Σίλλερ, ο Ουγκώ και πολλοί άλλοι. 

Στον τόπο μας, στην Αρκαδία, δεν συνέβησαν μόνον σημαντικά ιστορικά γεγονότα, δεν πλάστηκαν μόνον απίθανοι μύθοι και θρύλοι και δεν γεννήθηκαν μόνον άνθρωποι που παρέμειναν στην αιωνιότητα γνωστοί για την ανδρεία και για το δημιουργικό πνεύμα τους. Γεννήθηκαν και άνθρωποι οι οποίοι λάμπρυναν και λαμπρύνουν έως τις ημέρες μας κάθε τομέα του πολιτισμού μας.

Από την αρχαιότητα το αρκαδικό πνεύμα παρουσίασε λαμπρή καρποφορία στο θέατρο. Έξι θέατρα στόλιζαν τους λόφους και τις κοιλάδες της Αρκαδίας και η Μεγάλη Πόλη, σύμφωνα με τον Παυσανία διέθετε το μεγαλύτερο εν Ελλάδι θέατρο. 
Τους αρχαίους Αρκάδες θεατρικούς συγγραφείς, τον Τεγεάτη Αρίσταρχο και τον Μαινάλιο Φόρμη διαδέχθηκαν σε νεότερα χρόνια οι Τριπολίτες Σοφοκλής Καρύδης και Θεόδωρος Συναδινός, ο Άγγελος Τερζάκης από τον Άγιο Πέτρο και ο Μίμης Τραϊφόρος από τον Κοσμά. 
Τους, δε, αρχαίους ηθοποιούς, όπως τον τραγωδό Νίκονα τον Μεγαλοπολίτη και Ιερότυμο τον Τεγεάτη διαδέχθηκαν η Κατίνα Παξινού με καταγωγή από τον Παλαιόπυργο, ο Μίμης Φωτόπουλος από τη Ζάτουνα, ο Θάνος Κωτσόπουλος από την Τρίπολη, ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος από το Βαλτεσινίκο αλλά και ο σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς από τα Λουτρά της Ηραίας.

Η μουσική είναι σε όλους ωφέλιμη «αλλά στους Αρκάδες ήταν και αναγκαία» γράφει ο Πολύβιος και ακόμη πως ήταν σύντροφός τους αναγκαστική έως τα τριάντα χρόνια τους. Ο Αυλός του Πάνα, ή σύριγγα, αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα και πιο απλά πνευστά μουσικά όργανα και ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με τον θεό Πάνα της ελληνικής μυθολογίας. Ο αυλός αυτός, αναδείχθηκε σε σύμβολο της ποιμενικής ζωής και της αρμονίας με τη φύση. 
Στη Μαντίνεια υπήρχε περίφημη σχολή μουσικής και ορχηστρικής, ενώ ο Πλούταρχος μνημονεύει τον Μαντινέα Τυρταίο, ο οποίος τελειοποίησε αρχαία μουσικά όργανα. Από τους θεμελιωτές της αυλωδίας ήταν ο Κλωνάς ο Τεγεάτης, ενώ ονομαστοί κιθαρωδοί ήταν ο Μεγαλοπολίτης Πυλάδης και ο Αγέλαος, που ήταν νικητής στην 8η Πυθιάδα.
Σε νεότερα χρόνια Αρκαδική καταγωγή είχαν:  ο Δημήτρης Μητρόπουλος από τη Μελισόπετρα ο οποίος υπήρξε ένας από τους διασημότερους διευθυντές ορχήστρας στον κόσμο, ο μεγάλος μουσουργός Μάριος Βάρβογλης από τη Τρίπολη, η ερμηνεύτρια του έντεχνου τραγουδιού Νάνα Μούσχουρη από τον Άγιο Πέτρο, ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Μανώλης Χιώτης από το Λεωνίδιο και πολλοί άλλοι. 

Στην Αρκαδία, επίσης, γεννήθηκαν άνθρωποι του πνεύματος που παραμένουν για αιώνες γνωστοί για την προσφορά τους στα γράμματα. Στην αρχαία εποχή ξεχώρισε ο μέγας ιστορικός Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης, καθώς και οι συγγραφείς Αρίαιθος ο Τεγεάτης και Κύδιπος ο Μαντινεύς. Επίσης ο φιλόσοφος Κλέαρχος ο Μαντινεύς που ήταν δάσκαλος του Μεγαλοπολίτη στρατηγού Φιλοποίμενα και ο Αριστώνυμος που ήταν μαθητής του Πλάτωνα. 
Στα βήματά τους, αργότερα βάδισαν, ο ιστορικός της Νεότερης Ελλάδας Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος από τη Βυτίνα, προσωπικότητες της φιλολογίας όπως ο Γεώργιος Μιστριώτης από την Τρίπολη και ο Ευθύμιος Καστόρχης από τη Δημητσάνα, οι σπουδαίοι νομομαθείς Νικόλαος Δημητρακόπουλος από την Καρύταινα και Βασίλειος Οικονομίδης από τη Βυτίνα, ο αρχαιολόγος Κωνσταντίνος Ρωμαίος από τα Βούρβουρα, οι συγγραφείς Τάσος Γριτσόπουλος από τη Δημητσάνα και Κυριάκος Σιμόπουλος από το Καστανοχώρι, ο κορυφαίος βυζαντινολόγος και νεοελληνιστής Νικόλαος Βέης από την Τρίπολη, ο Νικόλαος Μουτσόπουλος από την Τρίπολη, καθηγητής και Πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Θανάσης Βαλτινός από του Καράτουλα και πολλοί άλλοι. 

Λυρικοί ποιητές στην αρχαιότητα ανεδείχθησαν ο Φιλοστέφανος ο Μαντινεύς, ο Αρίσταρχος ο Τεγεάτης ο οποίος νίκησε δυο φορές σε αγώνες ποίησης στην Αθήνα, ο κωμικός ποιητής Φόρμις ο Μαινάλιος, η διδάξασα στο Σωκράτη το φιλοσοφικό έρωτα, η σοφή Διοτίμα και η Τεγεάτισσα Ανύτη, η αποκαλούμενη και θήλυς Όμηρος.
Υμνητής του Αγώνα του 21, στον οποίο προσέφερε τα μέγιστα ο τόπος μας και οι άνθρωποί του, ήταν ο Παναγιώτης Κάλας ή Τσοπανάκος από τη Δημητσάνα.   
Από την Τρίπολη ήταν ο μελαγχολικός ποιητής της φυγής Κώστας Καρυωτάκης, από την γειτονική Ασέα ο στιχουργός και ποιητής της Αμοργού Νίκος Γκάτσος, από το Λεωνίδιο ο ποιητής του ψυχικού μεγαλείου Κώστας Ουράνης και ο λάτρης της καθαρής ποίησης Γιώργος Σαραντάρης, ενώ από την Καρύταινα ο ρομαντικός ποιητής Δημοσθένης Βαλαβάνης και από τον Κραμποβό ο ποιητής της Ειρήνης Ηλίας Σιμόπουλος. 

Στη γλυπτική, μεταξύ των μαθητών ενός από τους μεγαλύτερους γλύπτες της αρχαιότητας, του Πολυκλείτου, αναφέρονται και δύο Αρκάδες, ο Δαμέας και ο Αθηνόδωρος, ενώ ονομαστός γλύπτης ανδριάντων ολυμπιονικών ήταν ο Νικόδημος ο Μαινάλιος, που φιλοτέχνησε και το άγαλμα της Αθηνάς στην Ολυμπία. 
Σε χρόνια μετεπαναστατικά, ξεχώρισαν ο γλύπτης Δημήτριος Κόσσος, από την Τρίπολη, ο οποίος στα 1865-68 δίδασκε γλυπτική στο Πολυτεχνείο και ο αδελφός του Ιωάννης ο οποίος φιλοτέχνησε την πρώτη μαρμάρινη προτομή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στα 1855, καθώς και τους ανδριάντες, του Ευάγγελου Ζάππα στο Ζάππειο και του Ρήγα Φεραίου στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου.
Επίσης από τον 19ο αιώνα στο Βαλτεσινίκο άκμασε η ξυλογλυπτική, με κύριους εκπροσώπους μέλη της οικογένειας Ντινόπουλου, οι οποίοι στόλισαν δεκάδες ναούς στην Πελοπόννησο και την Ελλάδα με περίτεχνα τέμπλα.
Σύγχρονα, διεθνώς αναγνωρισμένος είναι ο Τριπολίτης Νίκος Φλώρος, ο οποίος με τη δικιά του έμπνευση μεταμορφώνει αλουμινένια κουτιά ποτών σε τρισδιάστατα έργα τέχνης

Οι αρχαίες πηγές δεν έχουν καταγράψει ονόματα Αρκάδων ζωγράφων, οι οποίοι κοσμούσαν με τις παραστάσεις τους, κυρίως, κεραμικά αντικείμενα, κάποια εκ των οποίων εκτίθενται στα μουσεία μας. Θα περάσουν αρκετοί αιώνες, έως ότου οι ιστορικές πηγές θα καταγράψουν τους πρώτους Αρκάδες ζωγράφους, οι οποίοι ήταν αγιογράφοι και προέρχονταν από κοντινούς προς την Τριπολιτσά τόπους, και όχι πολύ μακριά από το κέντρο της Παλαιολόγειας αναγέννησης, από τον Μυστρά.  
Στη μεσαιωνική Ταβία, στη σημερινή Δαβιά, συναντάμε στα τέλη του 14ου αιώνα τον ζωγράφο Γαστρέα, ο οποίος δέχεται παραγγελία εικόνας με την παράσταση της Κοίμησης της Θεοτόκου, σύμφωνα με πληροφορίες που αντλούμε από επιστολή του Μανουήλ Ραούλ. Αυτός ήταν λόγιος και είχε τη θέση του γραμματικού του δεσπότη του Μυστρά Μανουήλ Καντακουζηνού. Από την επιστολή πληροφορούμαστε, επίσης ότι ο Γαστρέας ήταν ένας πολύ καλός ζωγράφος, τον οποίο θυμάται πριν από 26 χρόνια που μάθαινε την τέχνη της ζωγραφικής στην Ταβία, δηλαδή μαρτυράτε η ύπαρξη καλλιτεχνικού κέντρου - εργαστηρίου ζωγραφικής στην Ταβία. 
Από τη μεσαιωνική καστροπολιτεία του Μουχλίου ήταν και ένας από τους πρώτους επώνυμους ζωγράφους του δεύτερου μισού του 15ου αιώνα. Ήταν  ο Ξένος Διγενής, ο οποίος υπήρξε συνεχιστής της βυζαντινής τέχνης της εποχής των Παλαιολόγων. Το όνομά του το συναντάμε για πρώτη φορά, το 1470,  στον ναΐσκο των Αγίων Πατέρων στο χωριό Απάνω Φλώρια της κρητικής επαρχίας Σελίνου, όπου η κτητορική επιγραφή αναγράφει πως «Ἐγένετω διά χειρός καμοῦ Ξένου τοῦ δϊγενει ἀπὸ τὸν μορέαν ἐκ χώρας μοχλίου»
Μια εικοσαετία μετά, το 1491, αγιογραφεί στην Αιτωλία το καθολικό της μονής των Εισοδίων της Θεοτόκου Μυρτιάς και κατόπιν στην Ήπειρο τον ναό της Κοίμησης Θεοτόκου στην Κάτω Μερόπη του Πωγωνίου. Κατά καιρούς επιστήμονες που ασχολήθηκαν με τον Μουχλιώτη ζωγράφο απέδωσαν στη τέχνη του επιπλέον έργα, όπως στο ναό του Ευαγγελισμού της Ζυμπραγού Κισάμου στη Κρήτη, στη μονή των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στον Πάρνωνα και στον ναό του Αγίου Νικολάου του Κάστρου της Ζαρνάτας στη Μάνη. 
Η άφιξη του Διγενή στην Κρήτη τοποθετείτε χρονικά μεταξύ των ετών 1458 – 1469 και εκείνη την εποχή θα εργαστούν στο νησί δύο ακόμη Μουχλιώτες αγιογράφοι, οι Ιωάννης και Γεώργιος Στρελίτζας – Μπαθάς. Το ίδιο ακριβώς επώνυμο έφερε και ο γεννημένος στα 1490 στο Ηράκλειο Θεοφάνης ο Κρης, ο οποίος θεωρείται ως ο κύριος διαμορφωτής της περίφημης Κρητικής Σχολής.
Στην άνθηση της τέχνης της αγιογραφίας στην Πελοπόννησο, στους αιώνες που ακολούθησαν και κυρίως κατά τον 18ο αιώνα, συμβολή είχαν και τα καλλιτεχνικά εργαστήρια των Αδελφών Πεδιώτη από την Καρύταινα, των Αδελφών Κουλιδά από τον Άγιο Ιωάννη της Κυνουρίας και των Αδελφών Σακελαρόπουλου από τη Ζάτουνα.
 
Σε νεότερα χρόνια για το σημαντικό καλλιτεχνικό έργο τους διακρίθηκαν αρκετοί ζωγράφοι, οι οποίοι γεννήθηκαν ή κατάγονταν από την Αρκαδία. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν και αναφέρονται με βάση την χρονολογία της γέννησής τους: ο Γιώργος Ροϊλός από τη Στεμνίτσα, ο Νέστωρ Βαρβέρης από το Λεωνίδιο, ο Γιώργος Μπουζιάνης, από τα Μπουζιανέικα της Τεγέας, ο Βρασίδας Τσούχλος από τον Πραστό, ο Γιάννης Τσαρούχης από το Ζευγολατειό, ο οποίος πάντα υπερήφανα δήλωνε πως είναι Αρκάς, ο Γιάννης Γαΐτης, η μάνα του Παναγιώτα Καραμήτρου ήταν από τα Δολιανά, ο Αντώνης Γκλίνος από την Τρίπολη, ο Δημήτρης Ταλαγάνης από την Τρίπολη, ο Απόστολος Γιαγιάννος από την Τρίπολη, η Εύη Σιδέρη, από την Τρίπολη, ο Βασίλης Τάγκαλος από την Τρίπολη, ο Γιώργος Ρόρρης, από τον Κοσμά, ο Άγγελος Αντωνόπουλος από τα Τρόπαια, η Μαρία Φιλοπούλου από την Τρίπολη και πολλοί ακόμη που θα μπορούσαν να συμπληρώσουν τον μακρύ κατάλογο των Αρκάδων ζωγράφων. 
Μακριά από τον τόπο που γεννήθηκε, το Ίσσαρι της Μεγαλόπολης ανεδείχθη σε πρωτοπόρο της αφηρημένης τέχνης στην Αμερική ο Γιάννης Ξηρόκωστας, γνωστός με το όνομα Τζον Ξέρον.  

Ξεχωριστή μνεία, πρέπει να γίνει ζωγράφο Γεωργία Βασιλείου, πολλά έργα της οποίας κοσμούν τις αίθουσες της Πινακοθήκης. Η Γεωργία Βασιλείου γεννήθηκε στην Τρίπολη 1912 και πέθανε στην Αθήνα το 1986, γονείς της ήταν ο Πέτρος και η Αγγελική Βασιλείου και ήταν μέλος μιας αρχοντικής οικογένειας της προπολεμικής Τρίπολης που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αμέσως, μετά τον Πόλεμο. Αποφοίτησε από την ΑΣΚΤ το 1942, στη συνέχεια μετέβη, το 1947, στο Παρίσι όπου συνέχισε τις σπουδές της. Έλαβε μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και έργα της βρίσκονται σε διάφορες ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές. Το σύνολο της δουλειάς της χαρακτηρίζεται από ρομαντισμό και νεανικότητα, που αποδίδεται κυρίως με την τεχνοτροπία του ιμπρεσιονισμού.

Στη συλλογή του Δήμου Τρίπολης και στη μόνιμη έκθεση της Πινακοθήκης περιλαμβάνονται, επίσης και αρκετά έργα του χαράκτη και γλύπτη Νικόλα Παυλόπουλου, ο οποίος γεννήθηκε στον Άγιος Γεώργιος Νηλείας, στο Πήλιο το 1909 και πέθανε στην Αθήνα το 1990. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από παραστατικότητα και νατουραλισμό και η θεματολογία τους αφορά κυρίως τοπιογραφίες, σκηνές κοινωνικού περιεχομένου, όπως είναι ο μόχθος ανώνυμων εργατών, και η νεκρή φύση.

Αναγκαία, αλλά δυστυχώς λειψή, είναι η αναφορά σε αυτούς οι οποίοι δώρισαν, τα έργα τέχνης στο Δήμο Τρίπολης και έτσι σχηματίστηκε η συλλογή του, μέρος της οποίας εκτίθεται στην Πινακοθήκη. Τα στοιχεία όμως που προέκυψαν από την έρευνα μας δεν αποκαλύπτουν τα ονόματά τους. Μόνον προσδιορίζουν πως προσφέρθηκαν από τους ίδιους τους καλλιτέχνες, από μέλη των οικογενειών τους αλλά και από συλλέκτες, ένας από αυτούς ήταν και ο φέρων το ονοματεπώνυμο  Αλέξανδρος Αρχιμανδρίτης, δωρητής και σε άλλα έργα στην πόλη μας.  

Με έντονο το συναίσθημα της προσφοράς στον τόπο του και αναλογιζόμενος, πιθανόν, την ευδαιμονία της αρχαίας Αρκαδίας αλλά και τους καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν από αυτήν, ο φιλότεχνος Φίλιππος Τσιχριτζής κληροδότησε το 1999 στον Δήμο Τρίπολης, αυτό το κτίριο με τον όρο να στεγαστεί εδώ η Δημοτική Πινακοθήκη. Το κτίριο, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο μνημείο, αποτελεί ένα από τα αξιόλογα δείγματα της αστικής αρχιτεκτονικής της εποχής του νεοκλασικισμού και θεωρείται πως κτίστηκε με σχέδια του διακεκριμένου αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη. Η αρχιτεκτονική του διάρθρωση, οι μορφολογικές ενότητες στην όψη και ο ζωγραφικός διάκοσμος του κτιρίου (οροφογραφίες) τοποθετούν την κατασκευή του στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
Ο Φίλιππος-Φιλοποίμην Τσιχριτζής, γεννήθηκε στο Λεοντάρι, το 1919 και πέθανε στην Αθήνα το 1999. Ήταν γιός του Άγγελου Τσιχριτζή από τον Άκοβο και της Ζωής Παυλοπούλου από το Λεοντάρι. Σύμφωνα με πληροφορίες που αντλήσαμε από την Οδό Αρκαδίας του Νίκου Γαργαλιώνη, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη και ο πατέρας του διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην οδό Ερμού πουλώντας αλατζάδες, ντρίλια και κασμίρια. Τελείωσε το Α΄ Γυμνάσιο Τρίπολης, σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και για δεκαετίες εργάστηκε ως νομικός σύμβουλος σε εταιρείες του Ομίλου Λάτση. Το 1988 ίδρυσε το ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών Φ. Τσιχριτζής στην Κηφισιά με σκοπό την προώθηση των εικαστικών τεχνών, δηλαδή τον τομέα όπου αφιέρωσε ο ίδιος την εξωεπαγγελματική του δραστηριότητα. 

Ο Δήμος Τρίπολης εκπληρώνοντας την επιθυμία του δωρητή ολοκλήρωσε και παραδίδει σήμερα στο φιλότεχνο κοινό της πόλης την Δημοτική Πινακοθήκη της Τρίπολης «Φίλιππος Τσιχριτζής». Με την πεποίθηση πως η Πινακοθήκη θα αποτελέσει έναν σημαντικό πόλο έλξης στην υπόθεση των Τεχνών και των Γραμμάτων αλλά και ένα ζωντανό κύτταρο πολιτισμού, που θα συμβαδίζει με την κοινωνία, διατηρώντας και υπενθυμίζοντας όλα εκείνα που συνθέτουν την πόλη της Τρίπολης και την Αρκαδία.

Επιθυμώ, εδώ, να εκφράσω τα συγχαρητήριά μου αλλά τις θερμές ευχαριστίες μου προς το Δήμαρχο της Τρίπολης Κώστα Τζιούμη για την εκτίμησή του προς την εργασία μου και για την άψογη συνεργασία μας, το τελευταίο πεντάμηνο, για την ολοκλήρωση του ονείρου του δωρητή αλλά και των συμπολιτών μας, οι οποίοι είχαν την επιθυμία να μην είναι η πόλη μας η μοναδική στην Πελοπόννησο χωρίς να διαθέτει Πινακοθήκη. 

Εκφράζω, επίσης, τις ευχαριστίες προς όλους όσους συνεργαστήκαμε, αρμόδιους αντιδημάρχους, υπάλληλους του Δήμου καθώς και εξωτερικούς συνεργάτες.  

Αγαπητοί μου συμπατριώτες και φίλοι της Αρκαδίας, σήμερα η Δημοτική Αρχή της Τρίπολης παραδίδει στην καρδιά της πόλης μας ένα κέντρο πολιτισμού, το οποίο όλοι μας πρέπει να το αγκαλιάσουμε και να το δούμε ως μια σημαντική πρόκληση όχι μόνον της διαφύλαξης του άφθονου πολιτιστικού μας πλούτου αλλά και ως καθιέρωση του χώρου της Πινακοθήκης, ως σημείο αναφοράς της πολιτιστικής ζωής της Τρίπολης και της ευρύτερης περιοχής. 
Γιατί το ίχνος της Αρκαδίας δεν απουσίασε ποτέ από το εικονολόγιο της χώρας μας αλλά και της Ευρώπης, γιατί το αρκαδικό στοιχείο πάντα ήταν φορέας ελληνισμού αλλά και μια σημαντική συνιστώσα του δυτικού πολιτισμού μας. 
Σας ευχαριστώ πολύ
Τρίπολη 26 Σεπτεμβρίου 2025

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη