Υπάρχουν αντίο που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Όχι γιατί δεν υπήρχε αγάπη, αλλά γιατί καμιά φορά η ζωή προλαβαίνει τις λέξεις. Μένουν τότε οι σιωπές, εκείνες οι μικρές στιγμές που γίνονται μεγάλα κενά μέσα μας.
Το αντίο που δεν είπαμε σε έναν αγαπημένο άνθρωπο δεν είναι απλώς μια λέξη που χάθηκε. Είναι όλα όσα θα θέλαμε να πούμε: ένα «ευχαριστώ», ένα «συγγνώμη», ένα «σ’ αγαπώ» που έμεινε να αιωρείται κάπου ανάμεσα στις αναμνήσεις.
Κι όμως, ίσως αυτό το ανείπωτο αντίο να έχει τη δική του δύναμη. Γιατί μέσα του κουβαλάει όσα ζήσαμε μαζί. Τα γέλια, τις συζητήσεις που κράτησαν μέχρι αργά, τις μικρές καθημερινές στιγμές που τότε έμοιαζαν ασήμαντες αλλά τώρα λάμπουν μέσα στη μνήμη.
Δεν προλάβαμε να κλείσουμε την πόρτα με έναν τελευταίο χαιρετισμό. Έμεινε μισάνοιχτη, σαν να περιμένει ακόμη μια κουβέντα, μια αγκαλιά. Και ίσως, με έναν παράξενο τρόπο, αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε δεν φεύγουν ποτέ πραγματικά. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στις ιστορίες που λέμε γι’ αυτούς, στις συνήθειες που μας άφησαν, στις σκέψεις που κάνουμε όταν κάτι μας τους θυμίζει.
Το αντίο που δεν είπαμε γίνεται τελικά μια υπόσχεση: ότι θα τους κουβαλάμε πάντα μαζί μας. Ότι κάθε φορά που θυμόμαστε το χαμόγελό τους, τους δίνουμε λίγη ακόμη ζωή μέσα στη δική μας.
Και τότε καταλαβαίνουμε πως μερικές φορές το πιο αληθινό αντίο δεν λέγεται ποτέ. Απλώς συνεχίζει να χτυπά σιωπηλά μέσα στην καρδιά μας.
Βάλια Αμπατζή
Δημοσιογράφος
Δημοσίευση σχολίου