Η ακρίβεια των αμνών: «Χρυσός» φέτος ο πασχαλινός οβελίας






Η ακρίβεια των αμνών: "Χρυσός" φέτος ο πασχαλινός οβελίας

Της Ξανθής Γούναρη

Με τις τιμές του αρνιού και του κατσικιού να έχουν πάρει την ανιούσα ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου, το φετινό πασχαλινό τραπέζι εξελίσσεται σε… Γολγοθά για τα ελληνικά νοικοκυριά. Την ίδια στιγμή τον δικό τους "σταυρό" σηκώνουν και οι κτηνοτρόφοι, αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν αυξημένα κόστη και καθυστερήσεις λόγω των υποχρεωτικών υγειονομικών ελέγχων που φρενάρουν τη σφαγή.





Οι τιμές ανεβαίνουν

Το εκρηκτικό αυτό κοκτέιλ πιέζει προς τα πάνω τις τιμές πριν καν κορυφωθεί η πασχαλινή ζήτηση. Οι τιμές παραγωγού για τα αμνοερίφια κινούνται αυτή την περίοδο μεταξύ 7,5 και 8,5 ευρώ το κιλό, με σαφή ανοδική τάση όσο πλησιάζουμε προς το Πάσχα.

Στη χονδρική αγορά, σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας (ΟΚΑΑ), την Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026 η μέση τιμή για αρνιά και κατσίκια διαμορφώθηκε στα 9,5 ευρώ το κιλό, με εύρος από 6,5 έως 10 ευρώ.

Σε σύγκριση με το 2025, όταν οι τιμές κυμαίνονταν μεταξύ 6 και 9 ευρώ το κιλό, η φετινή μέση τιμή είναι περίπου 27% υψηλότερη.

Ακόμη πιο έντονη γίνεται η εικόνα αν εξεταστεί η πορεία των τιμών σε βάθος χρόνου. Τον Μάρτιο του 2019 — πριν από την αλληλουχία κρίσεων που επηρέασαν την οικονομία και την αγροτική παραγωγή — το αρνί στη χονδρική κόστιζε περίπου 5 ευρώ το κιλό και το κατσίκι 5,30 ευρώ. Σε επτά χρόνια, η τιμή του αρνιού έχει αυξηθεί κατά περίπου 90% και του κατσικιού κατά σχεδόν 80%.





Η εικόνα στη λιανική

Οι αυξήσεις έχουν ήδη αρχίσει να περνούν και στη λιανική. Σύμφωνα με στοιχεία της ψηφιακής πλατφόρμας e-katanalotis, στις 25 Φεβρουαρίου 2026 το αρνί στα μεγάλα σούπερ μάρκετ κυμαινόταν από 11,95 έως 13,79 ευρώ το κιλό, ενώ το κατσίκι από 14,20 έως 14,79 ευρώ.

Μόλις εννέα ημέρες αργότερα, στις 6 Μαρτίου, η τιμή εκκίνησης για το αρνί είχε ήδη αυξηθεί περίπου κατά ένα ευρώ, φτάνοντας τα 12,95 ευρώ το κιλό.

Στα συνοικιακά κρεοπωλεία της Αττικής οι τιμές είναι ακόμη υψηλότερες. Το αρνί πωλείται σήμερα μεταξύ 14 και 17 ευρώ το κιλό, ενώ το κατσίκι κυμαίνεται από 15 έως 18,5 ευρώ, με ορισμένες περιπτώσεις να αγγίζουν ή και να ξεπερνούν τα 20 ευρώ το κιλό.

Στην περιφέρεια η εικόνα είναι κάπως ηπιότερη, καθώς αρκετά κρεοπωλεία διαφημίζουν τιμές που ξεκινούν ακόμη και από τα 11 ευρώ το κιλό, κυρίως λόγω της εγγύτητας στις περιοχές παραγωγής.






Η σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια δείχνει τη σταθερή ανοδική πορεία. Το 2025, στην αρχή της Μεγάλης Εβδομάδας, το αρνί στα συνοικιακά κρεοπωλεία κυμαινόταν από 15 έως 17 ευρώ, στη Βαρβάκειο αγορά από 12 έως 14 ευρώ και στα σούπερ μάρκετ ξεκινούσε περίπου από 11 ευρώ το κιλό. Το 2024, αντίστοιχα, η τιμή στο κρεοπωλείο έφτανε έως τα 14 ευρώ.
Το bottleneck των ελέγχων

Πέρα όμως από τη μείωση της παραγωγής λόγω της ευλογιάς, σημαντικό πρόβλημα δημιουργούν και οι διαδικασίες υγειονομικών ελέγχων πριν από τη σφαγή.

Σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, τα ζώα πρέπει να υποβάλλονται σε υποχρεωτικό κτηνιατρικό έλεγχο — με λήψη δειγμάτων και PCR ανάλυση στο σάλιο — πριν οδηγηθούν στα σφαγεία.

Ωστόσο, σε ολόκληρη τη χώρα λειτουργεί μόνο ένα πιστοποιημένο εργαστήριο που μπορεί να πραγματοποιεί αυτούς τους ελέγχους, στη Λάρισα.

Η περιορισμένη αυτή δυνατότητα δημιουργεί μεγάλες καθυστερήσεις. Κτηνοτρόφοι από την Κεντρική Μακεδονία που υπέβαλαν αίτηση για σφαγή ζώων κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα έλαβαν ημερομηνία δειγματοληψίας για τις 17 Απριλίου — δηλαδή μετά το Πάσχα.


Για τους παραγωγούς αυτό σημαίνει απώλεια της σημαντικότερης περιόδου πωλήσεων του έτους.

Από τα τέλη Ιανουαρίου, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης έχει δηλώσει την πρόθεσή του να ενεργοποιήσει επιπλέον εργαστήρια — του ΕΛΓΟ, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και του ΕΚΕΤΑ. Ωστόσο, οι απαραίτητες πιστοποιήσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχουν ακόμη δοθεί.
Όταν τα ζώα… βαραίνουν

Η καθυστέρηση αυτή έχει άμεσες συνέπειες και στην εκτροφή των ζώων. Το ιδανικό εμπορικό βάρος για τα αμνοερίφια είναι περίπου 8 έως 9 κιλά. Όσο τα ζώα παραμένουν στο κοπάδι, το κόστος διατροφής αυξάνεται σημαντικά, ενώ η εμπορική τους αξία μειώνεται.

Κάθε ημέρα καθυστέρησης κοστίζει διπλά στον παραγωγό: αυξάνει τα έξοδα εκτροφής και μειώνει την τελική τιμή πώλησης.
Μειωμένες εξαγωγές

Η ένταση της κρίσης αποτυπώνεται και στις εξαγωγές. Κατά την πασχαλινή περίοδο, η ελληνική αγορά διαθέτει περίπου 650.000 αμνοερίφια, εκ των οποίων περίπου 170.000 εξάγονται συνήθως για να καλύψουν τη ζήτηση του Καθολικού Πάσχα.


Από πέρυσι, όμως, οι εξαγωγές έχουν μειωθεί σημαντικά λόγω της ευλογιάς των αιγοπροβάτων και των περιορισμών στις μετακινήσεις ζώων. Φέτος, μάλιστα, το γεγονός ότι το Καθολικό Πάσχα προηγείται χρονικά κατά μία εβδομάδα καθιστά τον Μάρτιο κρίσιμο μήνα για τις παραγγελίες, αυξάνοντας περαιτέρω την πίεση στην αγορά.
Οι πιθανές "ανάσες"

Μια πιθανή ανάσα για την αγορά θα μπορούσε να προέλθει από περιοχές που μέχρι στιγμής δεν έχουν επηρεαστεί από τη ζωονόσο.

Νησιωτικές περιοχές όπως η Λέσβος, η Λήμνος, η Νάξος και η Κρήτη θα μπορούσαν να καλύψουν μέρος της ζήτησης, εφόσον παραμείνουν εκτός των ζωνών περιορισμού.

Παράλληλα, η εισαγωγή σφαγμένων ζώων από το εξωτερικό με τα απαραίτητα υγειονομικά πιστοποιητικά παραμένει επιτρεπτή. Αντίθετα, η εισαγωγή ζωντανών ζώων εξακολουθεί να απαγορεύεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση έως τις 30 Απριλίου, στο πλαίσιο των μέτρων για τον περιορισμό της ευλογιάς των αιγοπροβάτων.

Δύσκολη η αποκλιμάκωση

Καθώς η αγορά μπαίνει στην τελική ευθεία προς το Πάσχα, η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης θα κρίνει και την τελική τιμή στον πασχαλινό οβελία. Με τα σημερινά δεδομένα, ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών δύσκολα αναμένεται. Στο ήδη δύσκολο σκηνικό προστίθενται και διεθνείς παράγοντες: η συνεχιζόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή αυξάνει την αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας και μεταφορών, με ότι αυτό σημαίνει για την τελική τιμή στον καταναλωτή.



capital.gr
 

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη