Γιώργος Παπαηλιού:η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τεχνική διαδικασία βελτίωσης των κρατικών λειτουργιών

 




Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα υπό αναθεώρηση άρθρα τα εξής:

Α)Η συνταγματική ιστορία του ελληνικού λαού και οι συνταγματικοί αγώνες του για Ελευθερία, Δημοκρατία, Δικαιώματα και Κοινωνικό Κράτος αποτυπώνονται διαχρονικά στα Συντάγματα, και στο ισχύον Σύνταγμα, η θεμελίωση και η εφαρμογή του οποίου γίνονται «στο όνομα του ελληνικού λαού».

Στο πλαίσιο αναθεώρησης του Συντάγματος, είναι αναγκαίες ευρείες συναινέσεις. Όμως στην παρούσα φάση δεν είναι δυνατόν αυτές να διαμορφωθούν και λόγω του περιεχομένου της πρότασης της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά και λόγω της απουσίας οποιασδήποτε προεργασίας καιτου ασφυκτικού χρονικού διαστήματος για τη συζήτησή της που επεβλήθη από την κυβερνώσα πλειοψηφία.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Συνταγματική Αναθεώρηση εργαλειοποιείται, έχοντας ενταχθεί στο προεκλογικό οπλοστάσιο της ΝΔ.

Επιπλέον, μέσω της Συνταγματικής Αναθεώρησης επιδιώκεταιο αποπροσανατολισμός από τα ζέοντα ζητήματα που απασχολούν τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, ορισμένα εκ των οποίων, θα μπορούσαν να τύχουν συνταγματικής κάλυψης.

Το Σύνταγμα δεν είναι απλώςένα νομικό κείμενο,μέσω του οποίου ρυθμίζεται η λειτουργία των κρατικών θεσμών και κατοχυρώνονται οι ελευθερίες των πολιτών. Σ΄ αυτό αποτυπώνεται ένας συγκεκριμένος ιστορικός και κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων, εκφράζονται θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές και καθορίζονται τα όρια,εντός των οποίων εξελίσσεται η δημοκρατική ζωήκαι αναπτύσσονται οι δημοκρατικές λειτουργίες.

Για το λόγο αυτό, η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τεχνική διαδικασία βελτίωσης των κρατικών λειτουργιών, αλλά ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης,για το ποιό κράτος επιδιώκεται να οικοδομηθεί.

Β) (Άρθρα 5-5 Α ή 5Β, 14, 15): Η δημοκρατία και η συνταγματική παράδοση έχουν ιστορικά συνδεθεί μετην κατοχύρωση και την ελεύθερη άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων και την προστασία τους έναντι της εκτελεστικής εξουσίας-της κυβέρνησης

Η καταπολέμηση των διακρίσεων, πλέον των όσων ήδη αναφέρονται στο ισχύον Σύνταγμα, καιλόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, εθνοτικής καταγωγής ή αναπηρίας, της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της αντιμετώπισης των προκλήσεων της ψηφιακής εποχής αποτελούν κεντρικά ζητήματα.

Με την κυβερνητική πρόταση εισάγεται συνταγματική αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη, με τη θετική διατύπωση ότι η ΑΙ οφείλει να υπηρετεί την ελευθερία του ατόμου και την ευημερία της κοινωνίας.

Όμως η διαχείριση τηςτεχνολογικής εξέλιξης δεν είναι ουδέτερη.

Η ουσιαστική συνταγματική πρόκληση δεν είναι να δηλωθεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη «πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία», αλλά να κατοχυρωθούν:

· το δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει πότε αξιολογείται από αλγόριθμο,

· το δικαίωμα ανθρώπινης επανεξέτασης αυτοματοποιημένων αποφάσεων,

· η απαγόρευση αλγοριθμικών διακρίσεων,

· η προστασία των εργαζομένων από συστήματα ψηφιακής επιτήρησης,

· ο κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών.

Η πραγματική απειλή δεν προέρχεται από την τεχνολογία καθαυτή αλλά από τον τρόπο που οι «κυρίαρχοι» κύκλοι την διαχειρίζονται, από τη συγκέντρωση δεδομένων και ισχύος σε κράτη και πολυεθνικές επιχειρήσεις.

Επομένως, ένα προοδευτικό Σύνταγμα, εκτός από την ενδυνάμωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και του ελέγχου από τις Ανεξάρτητες Αρχές, που η λειτουργία τους υπονομεύεται από τη σημερινή κυβέρνηση, θα έπρεπε να αντιμετωπίζει ευθέως τις νέες μορφές ψηφιακής εξουσίας.

Η δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται μόνον από αυταρχικές κρατικές-κυβερνητικές πρακτικές, αλλά και από την υπερσυγκέντρωση οικονομικής δύναμης σε πανίσχυρα ιδιωτικά συμφέροντα. Όταν μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες-όμιλοι εταιριών μπορούν να επηρεάζουν δυσανάλογα τη δημόσια σφαίρα, τα μέσα ενημέρωσης ή τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, πρέπει να αντιμετωπίζονταιμε συνταγματικές προβλέψεις που ενισχύουν τον κοινωνικό έλεγχο στρατηγικών τομέων της οικονομίας, προστατεύουν τα δημόσια αγαθά και επιτρέπουν στο κράτος να παρεμβαίνει υπέρ του γενικού συμφέροντος.

Γ) (Άρθρο 15):Στην πρόταση, για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υφίσταται πρόβλεψη για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και την προαγωγή της πολυφωνίας στην ενημέρωση.

Πρέπει να προβλέπονται εξειδικευμένα μέτρα και περιορισμοί, που να συνδέονται με τρόπους ελέγχου και τήρησής τους. Είναι αναγκαίες η απαγόρευση υψηλής συγκέντρωσης ιδιοκτησίας, η διαπλοκή οικονομικής και μιντιακής ισχύος, η εξάρτηση από την κρατική διαφήμιση και η επισφαλής εργασία των δημοσιογράφων.

Σε μία προοδευτική αναθεώρηση θα μπορούσαν να προταθούν ενδεικτικάσυνταγματικές εγγυήσεις πολυφωνίας, αυστηρότεροι περιορισμοί στη συγκέντρωση μέσων ενημέρωσης, διαφάνεια στην ιδιοκτησία των ΜΜΕ, ενίσχυση της συντακτικής ανεξαρτησίας, προστασία των δημοσιογράφων από τον εργοδότη τους-την ιδιοκτησία των ΜΜΕ και από στρατηγικές αγωγές φίμωσης (slapps).

Οι κυρώσειςγια την παραβίαση των εν λόγω προβλέψεων μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού ή την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση των σχετικών συμβάσεων.

Στην πρόταση της ΝΔ. προβλέπεται, η αφαίρεση λεπτομερειακών διατυπώσεων που δεν ταιριάζουν στο Σύνταγμα. Μήπως αυτή η διατύπωση δείχνει το δρόμο για την απάλειψη ακόμη και αυτών των όρων-περιορισμών.

Δ)(Άρθρο 16):Η ΝΔ «κόπτεται» εδώ και χρόνια για την κατάργηση του άρθρου 16 («κοιμάται και ξυπνάει» μ΄ αυτό τον καημό), η ρητή και απολύτως σαφής διατύπωση του οποίου επιβάλλει, η ανώτατη εκπαίδευση να παρέχεται αποκλειστικά από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και να απαγορεύεται να παρέχεται από ιδιώτες.

Το εν λόγω άρθρο έχει παραβιαστεί από την κυβέρνηση της ΝΔ, με τη συνέργεια της Δικαιοσύνης, μέσω της γνωστής απόφασης του Σ.τ.Ε.

Το Σύνταγμα δεν είναι ουδέτερο ως προς τηνεκπαίδευση.

Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 δεν περιορίστηκε στην κατοχύρωση ενός ατομικού δικαιώματος στην (ανώτατη) εκπαίδευση. Διαμόρφωσε ένα συγκεκριμένο θεσμικό πρότυπο οργάνωσής της.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, η παροχή της δεν συνιστά εμπόρευμα, αλλά κοινωνικό αγαθόπου δεν υπάγεται στη λογική-στους όρους της αγοράς-του κέρδους.

Όμως την ομιλία του εισηγητή και των ομιλητών της ΝΔ διατρέχουν η αντίληψη αγοράς για την ανώτατη εκπαίδευση (ο όρος-η λέξη «αγορά» διατρέχει το σύνολο της τοποθέτησής τους), χωρίς να περιέχουν τίποτα για το περιεχόμενο των σπουδών.

Ποιό πρόβλημα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης επιλύεται με την αναθεώρηση του άρθρου 16;

Δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής πειστική απάντηση.

Οι χαμηλές δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση δεν οφείλονται στο άρθρο 16.

Η υποστελέχωση των πανεπιστημίων δεν οφείλεται στο άρθρο 16.

Η έλλειψη φοιτητικών εστιών δεν οφείλεται στο άρθρο 16.

Οι περιορισμένες ερευνητικές χρηματοδοτήσεις δεν οφείλονται στο άρθρο 16.

Η φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό δεν οφείλεται στο άρθρο 16.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν πεδία άσκησης δημόσιας-κυβερνητικής πολιτικής.

Κατά συνέπεια, η συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της κυβερνητικής πολιτικής.

Το Σύνταγμα αντιμετωπίζει το άρθρο 16 ως θεσμική εγγύηση, διατηρώντας τον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας ως δημόσιου κοινωνικού αγαθού.

Ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι τα κατ΄ ευφημισμόν μη κρατικά πανεπιστήμια, στην πραγματικότητα ιδιωτικά, θα είναι μη κερδοσκοπικά.

Ακόμη και αν υποτεθεί, ότι αυτό ισχύει, το ερώτημα παραμένει.

Ποιός εγγυάται, ότι σε βάθος χρόνου δεν θα αναπτυχθούν μηχανισμοί οικονομικής διαφοροποίησης;

Ποιός εγγυάται, ότι η πρόσβαση σε αυτά τα ιδρύματα δεν θα εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα των οικογενειών;

Ποιός εγγυάται ότι δεν θα μεταφέρονται προτεραιότητες και πόροι από το δημόσιο προς το μη κρατικό σύστημα, όπως θα λέγεται κατ΄ ευφημισμόν, το ιδιωτικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης;

Τι θα απογίνουν τα περιφερειακά πανεπιστήμια;

Η δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν υπήρξε απλώς ένας εκπαιδευτικός θεσμός

Λειτούργησε ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας.

Υπήρξε το μέσον, με το οποίο παιδιά αγροτών, εργατών, υπαλλήλων και μικρομεσαίων οικογενειών απέκτησαν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και συνακόλουθα στην επιστήμη και στην κοινωνική ανέλιξη.

Αυτή η ιστορική λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου δεν είναι άσχετη με το άρθρο 16, που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δικαιολογητικές βάσεις της συνταγματικής του προστασίας.

Γι' αυτό και η σημερινή συζήτηση δεν είναι τεχνική.

Είναι έντονα πολιτική.

Το ερώτημα δεν είναι, αν μπορεί να υπάρξει ένα καλό μη κρατικό πανεπιστήμιο.

Το ερώτημα είναι, αν θα εγκαταλειφθεί η συνταγματική αρχή ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται ισότιμα προς όλουςαποκλειστικά από δημόσια ιδρύματα.

Δεν έχει αποδειχθεί ότι μία τέτοια εγκατάλειψη είναι αναγκαία.

Η χώρα έχει ανάγκη από περισσότερη επένδυση στο δημόσιο πανεπιστήμιο, περισσότερη έρευνα, περισσότερες υποτροφίες, περισσότερες εστίες και περισσότερους διδάσκοντες.

Η απάντηση στις αδυναμίες του δημόσιου πανεπιστημίου δεν είναι η συνταγματική υποχώρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης.Είναι η ενίσχυση και η αναβάθμισή του.

Η Βουλή πρέπει να απορρίψει την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 16 και να μην αποδεχθεί την κήρυξή του ως αναθεωρητέου.

Ε) (Άρθρο 17)

Το άρθρο 17 αφορά την προστασία της ιδιοκτησίας και αποτελεί έναν από τους πυλώνες του ελληνικού συνταγματικού φιλελευθερισμού.

Η προοδευτική κριτική δεν αμφισβητεί την ανάγκη προστασίας της ατομικής ιδιοκτησίας. Υποστηρίζει όμως ότι η ιδιοκτησία δεν είναι απόλυτο δικαίωμα αλλά θεσμός με κοινωνική διάσταση.

Επομένως, μια προοδευτική αναθεώρηση θα μπορούσε να ενισχύσει:την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τη δυνατότητα κοινωνικών απαλλοτριώσεων για λόγους δημοσίου συμφέροντος, την προστασία των φυσικών πόρων από αμιγώς κερδοσκοπική εκμετάλλευση.

Το Σύνταγμα οφείλει να προστατεύει όχι μόνο τον ιδιοκτήτη αλλά και όσους αποκλείονται από την πρόσβαση σε βασικά αγαθά, όπως η κατοικία και η γη.

Τα δημόσια αγαθά, το νερό και η ενέργεια πρέπει να τελούν υπό τον άμεσο και απόλυτο έλεγχο του κράτους.

ΣΤ) (Άρθρο 21)Η αναθεώρηση του άρθρου 21 του Συντάγματος αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη δοκιμασία για τον κοινωνικό χαρακτήρα της επικείμενης συνταγματικής μεταρρύθμισης. Και αυτό διότι το άρθρο 21 δεν είναι μια οποιαδήποτε συνταγματική διάταξη. Είναι το θεμέλιο του

κοινωνικού κράτους δικαίου. Είναι η διάταξη που προστατεύει την οικογένεια, την υγεία, τα άτομα με αναπηρία, τη μητρότητα, την παιδική ηλικία και, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Πρέπει να προστεθεί και η ύπαιθρος χώρα (η περιφέρεια), η οποία ερημώνει. Συνιστά γενική ρήτρα,η συγκεκριμενοποίηση της οποίας γίνεται με το ισχύον άρθρο 106 για την ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας και την περιφερειακή ανάπτυξη, τις ορεινές και νησιωτικές περιοχές.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι, αν η συνταγματική κατοχύρωση όλων αυτών των στοιχείων δημιουργεί πραγματικές υποχρεώσεις για το κράτος και αγώγιμες αξιώσεις για τους πολίτες ή αν αυτή περιορίζεται σε ένα συμβολικό και διακηρυκτικό χαρακτήρα.

Με την κυβερνητική πρόταση προτείνεται η προσθήκη δύο νέων στοιχείων: της κρατικής μέριμνας για προσιτή στέγη και της αρχής της διαγενεακής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης κατά το σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών. Πρόκειται ασφαλώς για ζητήματα που ανταποκρίνονται σε υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι, αν οι όροι αυτοί είναι θετικοί. Αλλά αν η συνταγματική τους κατοχύρωση δημιουργεί πραγματικές υποχρεώσεις για το κράτος ή αν περιορίζεται σε έναν συμβολικό και διακηρυκτικό χαρακτήρα.

Η διαφορά είναι έντονα πολιτική. Άλλο πράγμα είναι η κρατική μέριμνα και άλλο η κατοχύρωση ενός κοινωνικού δικαιώματος. Η πρώτη αφήνει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη. Η δεύτερη δημιουργεί θεσμικές δεσμεύσεις και καθιστά το κράτος υπόλογο έναντι των πολιτών.

Τα κοινωνικά δικαιώματα αποκτούν αξία μόνον όταν παράγουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την κρατική εξουσία. Αν όχι,υπάρχει κίνδυνος να λειτουργήσουν περισσότερο ως πολιτικό σύνθημα παρά ως συνταγματικός κανόνας.

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η απουσία πρόβλεψης για τη συνταγματική κατοχύρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η πανδημία απέδειξε, ότι η δημόσια υγεία αποτελεί βασική προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής ανθεκτικότητας. Παρ' όλα αυτά, η κυβερνητική πρόταση δεν φαίνεται να αναβαθμίζει συνταγματικά το ΕΣΥ

Η κρίση των σύγχρονων δημοκρατιών συνδέεται άμεσα με τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Στην Ελλάδα του 2026 η στεγαστική κρίση, η επισφάλεια των νέων εργαζομένων και η γήρανση του πληθυσμού δεν αποτελούν απλώς κοινωνικά προβλήματα. Αποτελούν προκλήσεις για την ίδια τη δημοκρατική νομιμοποίηση των θεσμών.

Γι' αυτό και η μεγάλη αδυναμία της προτεινόμενης κυβερνητικής αναθεώρησης είναι, ότι αντιμετωπίζει τα κοινωνικά δικαιώματα περισσότερο ως πεδίο κρατικής μέριμνας παρά ως πεδίο συνταγματικά εγγυημένων αξιώσεων των πολιτών. Η κατοικία εμφανίζεται ως αντικείμενο πολιτικής φροντίδας και όχι ως δικαίωμα. Η υγεία-το ΕΣΥ παραμένει χωρίς ειδική συνταγματική θωράκιση. Η διαγενεακή δικαιοσύνη εισάγεται χωρίς σαφές κανονιστικό περιεχόμενο.

Το άρθρο 21 θα μπορούσε να μετατραπεί από διάταξη κρατικής μέριμνας σε διάταξη κοινωνικής εγγύησης.αποτελώντας ιστορική ευκαιρία για την αναβάθμιση του κοινωνικού κράτους στην εποχή της στεγαστικής κρίσης, της δημογραφικής συρρίκνωσης και των νέων ανισοτήτων..

Ζ) Άρθρο 24

Το άρθρο 24 του Συντάγματος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες του ελληνικού συνταγματικού οικοδομήματος. Από τη θέσπισή του το 1975 και ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001, κατοχύρωσε την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ως συνταγματική υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα των πολιτών. Τίθενται φραγμοί στην άναρχη δόμηση, στην καταστροφή των δασών και στην υποβάθμιση των κοινών φυσικών αγαθών.

Η παράκαμψη παγίων εγγυήσεων περιβαλλοντικής προστασίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτεταμένη υποβάθμιση των ελεύθερων χώρων και των κοινών αγαθών.

Πρέπει να ενισχυθούν οι εγγυήσεις για το περιβάλλον και τη στέγη. Να αποτραπεί η εργαλειοποίηση της συνταγματικής προστασίας τους προς όφελος ισχυρών οικονομικών συμφερόντων.

Η συζήτηση που διεξάγεται σήμερα για νέα αναθεώρηση του άρθρου 24 προκαλεί εύλογες ανησυχίες . Αν και οι υποστηρικτές της προβάλλουν ως στόχο την επιτάχυνση των επενδύσεων, την αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας και την καλύτερη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η ουσία των προτεινόμενων αλλαγών φαίνεται να μετατοπίζει τη συνταγματική ισορροπία υπέρ της οικονομικής εκμετάλλευσης και εις βάρος της περιβαλλοντικής προστασίας.

Χαρακτηριστική περίπτωση, η εγκατάσταση ΑΠΕ οπουδήποτε, χωρίς να εξαιρούνται οι περιοχές που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, οι περιοχές natura, η γη υψηλής παραγωγικότητας.

Το περιβάλλον δεν αποτελεί εμπόδιο για την ανάπτυξη αλλά προϋπόθεση μιάς βιώσιμης και κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης. Η κλιματική κρίση, οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και η απώλεια βιοποικιλότητας καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση, και όχι την αποδυνάμωση, των συνταγματικών εγγυήσεων. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα κράτη που υποβάθμισαν τους μηχανισμούς περιβαλλοντικού ελέγχου αντιμετώπισαν μακροπρόθεσμα υψηλότερο οικονομικά και κοινωνικά κόστος.

Η κυβερνητική πρόταση φαίνεται να ενισχύει την αντίληψη σύμφωνα με την οποία το περιβάλλον πρέπει να υποχωρεί όταν συγκρούεται με επενδυτικές επιδιώξεις.

Αυτό αφορά και τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Η ελληνική εμπειρία έχει αποδείξει ότι κάθε χαλάρωση των συνταγματικών φραγμών συνοδεύεται από πιέσεις για αλλαγή χρήσεων γης, νομιμοποίηση αυθαιρεσιών και επέκταση της οικοδομικής δραστηριότητας. Τα δάση δεν αποτελούν μόνον οικολογικό κεφάλαιο, αλλά και κρίσιμη υποδομή προστασίας έναντι της κλιματικής κρίσης. Συγκρατούν νερά, μειώνουν τις θερμοκρασίες, προστατεύουν τη βιοποικιλότητα και λειτουργούν ως φυσικές ασπίδες απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα. Η συνταγματική προστασία τους δεν μπορεί να εξαρτάται από πρόσκαιρες αναπτυξιακές επιδιώξεις.

Η σχετική συζήτηση φαίνεται να στηρίζεται σε ένα ψευδές δίλημμα: είτε περιβαλλοντική προστασία είτε ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, οι σύγχρονες οικονομίες που επενδύουν στην πράσινη μετάβαση, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην κυκλική οικονομία και στην ανθεκτικότητα έναντι της κλιματικής αλλαγής αναπτύσσονται βιώσιμα.

Συμπερασματικά, η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς την κατεύθυνση της συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος. Το ζητούμενο δεν είναι η χαλάρωση των εγγυήσεων προς όφελος της ταχύτερης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και της γης, αλλά η προσαρμογή του Συντάγματος στις προκλήσεις της εποχής της κλιματικής κρίσης

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη