Το 2025 ο Δήμος Γορτυνίας κατέγραψε, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία, τριακόσιους πενήντα θανάτους και ούτε μία γέννηση. Ο αριθμός δεν αφήνει περιθώριο για διπλωματικό σχόλιο. Λέει με ακρίβεια αυτό που η στατιστική συνήθως καλύπτει με ποσοστά: ότι ένας τόπος έχει σταματήσει να ανανεώνεται. Ανάμεσα στο 2011 και στο 2022 ο πληθυσμός της Αρκαδίας μειώθηκε κατά 10,5%. Δεν πρόκειται για κρίση περαστική, αλλά για πορεία σταθερή, που κανείς δεν φαίνεται αποφασισμένος να διακόψει.

Τα αίτια πίσω από τον αριθμό

Η υπογεννητικότητα δεν είναι τοπικό φαινόμενο, αφορά όλη τη χώρα. Στην ορεινή Γορτυνία όμως προστίθεται σε μια παλαιότερη πληγή: τη φυγή των νέων προς τα αστικά κέντρα, που ξεκίνησε γενιές πριν και ποτέ δεν αντιστράφηκε ουσιαστικά, μόνο άλλαξε ρυθμό. Όσοι έφυγαν για σπουδές δεν βρήκαν λόγο επιστροφής. Δεν υπήρχε δουλειά να τους περιμένει ούτε υποδομή να τους κρατήσει. Ο πληθυσμός που απομένει γερνάει ως φυσική συνέπεια, όχι ως ατυχία. Ένας τόπος χωρίς νέους δεν καταρρέει ξαφνικά, απλώς αργεί λίγο να το παραδεχτεί.

Η Γορτυνία λειτουργεί σήμερα ως χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της πορείας, όχι ως εξαίρεση. Χωριά που κάποτε γέμιζαν το καλοκαίρι με παιδικές φωνές μένουν πλέον σιωπηλά ακόμη και τους θερινούς μήνες. Η ίδια γη που έθρεψε αγωνιστές και αντάρτες δυσκολεύεται σήμερα να θρέψει το ίδιο της το μέλλον.

Σχολεία, γιατροί, εκκλησία

Το πιο ευδιάκριτο σημάδι δεν είναι κάποιος οικονομικός δείκτης, είναι το σχολείο που κλείνει. Σε αρκετά χωριά της περιοχής, όταν δεν μένουν πια παιδιά, το σχολείο κλείνει πρώτο, και μαζί του φεύγει συχνά ο δάσκαλος, από τους ελάχιστους νέους ανθρώπους που είχε ακόμη η κοινότητα. Η απουσία παιδικής παρουσίας δεν είναι μόνο δημογραφικό στοιχείο. Είναι ένδειξη ότι η καθημερινή συνέχεια του τόπου έχει διαρραγεί. Δύσκολα υπάρχει αύριο εκεί όπου δεν υπάρχει παιδί να το ζήσει.

Σε πολλά ορεινά χωριά ο γιατρός λείπει ή περνά περιοδικά, και όσοι έμειναν βασίζονται σε αγροτικά ιατρεία υποστελεχωμένα ή σε διαδρομή ωρών προς την πλησιέστερη πόλη. Η συγκοινωνία, όπου ακόμη υπάρχει, περνά αραιά, συχνά μία ή δύο φορές την ημέρα. Και η θρησκευτική ζωή, που παλαιότερα κρατούσε τους ανθρώπους δεμένους στον τόπο τους μέσα από τη λειτουργία και τη γιορτή, έχει κι αυτή αραιώσει. Σε ορισμένες κοινότητες δεν υπάρχει πια μόνιμος εφημέριος, και ένας ιερέας καλύπτει εκ περιτροπής περισσότερα χωριά, με αποτέλεσμα να μεσολαβούν εβδομάδες ή, σύμφωνα με κατοίκους της περιοχής, ακόμη και μήνας ολόκληρος ανάμεσα σε δύο λειτουργίες.

Παραγωγή και μνήμη χωρίς διάδοχο

Οι συνέπειες δεν σταματούν στην καθημερινότητα, αγγίζουν και την παραγωγή. Χωράφια που καλλιεργούνταν επί δεκαετίες μένουν χέρσα, όχι από έλλειψη γονιμότητας του εδάφους αλλά από έλλειψη χεριού να το δουλέψει. Η μικρή αγροτική μεταποίηση, το τυρί, το κρασί, το μέλι, χάνει σταδιακά τον διάδοχο που θα τη συνέχιζε. Και η κοινωνική συνοχή διαλύεται σιωπηλά μαζί της: δύσκολα γίνεται πανηγύρι πλήρες χωρίς κόσμο, δύσκολα επιβιώνει παράδοση χωρίς κάποιον να τη μεταδώσει στην επόμενη γενιά.

Τι θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία

Καμία από αυτές τις συνθήκες δεν είναι αναπόφευκτη, όσο κι αν η μακρά διάρκειά τους δημιουργεί την εντύπωση του αμετάκλητου. Χρειάζονται φορολογικά και στεγαστικά κίνητρα ουσιαστικά για νέους και οικογένειες που θα τολμήσουν εγκατάσταση σε ορεινό χωριό. Χρειάζεται ενίσχυση σχολείων, αγροτικών ιατρείων και συγκοινωνιών, ώστε η επιλογή να μείνει κανείς εκεί να μην ισοδυναμεί με αυτοθυσία. Χρειάζεται στήριξη της αγροτικής παραγωγής και της μικρής μεταποίησης, με πρόσβαση πραγματική σε χρηματοδότηση αντί για γραφειοκρατικό λαβύρινθο. Χρειάζεται βελτίωση των ψηφιακών υποδομών, ώστε η απομακρυσμένη εργασία να γίνει επιλογή εφικτή και όχι ευχή. Και χρειάζεται πολιτική αποκέντρωσης με πνοή μακρά, δεσμευμένη σε δεκαετίες και όχι σε κυβερνητικές θητείες, μαζί με μέτρα που στηρίζουν έμπρακτα, όχι συμβολικά, τη ζωή στα χωριά.

Η Γορτυνία δεν χρειάζεται άλλη μελέτη να της πει αυτό που ήδη γνωρίζει. Χρειάζεται απόφαση. Και αυτή δεν μετριέται σε ποσοστά, αλλά στο αν θα υπάρξει, του χρόνου, έστω μία γέννηση να σπάσει τη σιωπή.


Πηγη