άρθρο του Πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κρυπωτού, Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Ι. Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, με τίτλο «Ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με», σχετικά με την ποιμαντική διακονία και την παρουσία της Εκκλησίας στον χώρο των φυλακών.
....
Υπάρχουν διακονίες μέσα στην Εκκλησία που δεν περιγράφονται εύκολα με λόγια. Πρέπει να τις ζήσεις. Να περάσεις την πόρτα, να κοιτάξεις τον άνθρωπο στα μάτια, να ακούσεις τη σιωπή του, να αγγίξεις τον πόνο του. Μία τέτοια διακονία είναι για μένα η παρουσία μου ως υπεύθυνου κληρικού και πνευματικού στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Τρίπολης.
Κάθε φορά που περνώ την πύλη της φυλακής αισθάνομαι περισσότερο το βάρος του λόγου του Χριστού: «ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με». Δεν είναι ένας ποιητικός λόγος. Δεν είναι μία απλή προτροπή φιλανθρωπίας. Είναι η ίδια η παρουσία του Χριστού μέσα στον πονεμένο και φυλακισμένο άνθρωπο.
Η Εκκλησία δεν πηγαίνει στη φυλακή για να ρωτήσει ποιος είναι ένοχος και ποιος αθώος. Δεν είναι αυτό το έργο της. Υπάρχουν οι νόμοι, υπάρχουν τα δικαστήρια, υπάρχουν οι αποφάσεις και οι συνέπειες των πράξεων του καθενός. Η Εκκλησία πηγαίνει εκεί για να κάνει κάτι που μόνο εκείνη μπορεί να κάνει: να θυμίσει στον άνθρωπο ότι, ακόμη και όταν όλα γύρω του μοιάζουν να έχουν τελειώσει, ο Θεός δεν έχει τελειώσει μαζί του.
Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της ποιμαντικής μας παρουσίας στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Τρίπολης.
Με την πατρική ευλογία, το έμπρακτο ενδιαφέρον και τη συνεχή μέριμνα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Επιφανίου, η τοπική μας Εκκλησία βρίσκεται κοντά στους κρατουμένους όχι περιστασιακά και τυπικά, αλλά ουσιαστικά. Ο Επίσκοπός μας μάς υπενθυμίζει με τη στάση του ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να έχει «ξεχασμένα παιδιά». Και ο κρατούμενος, όποιο κι αν είναι το παρελθόν του, παραμένει άνθρωπος, παραμένει εικόνα Θεού, παραμένει ψυχή για την οποία σταυρώθηκε ο Χριστός.
Αυτή ακριβώς την Εκκλησία προσπαθώ κι εγώ, μέσα στην αναξιότητά μου, να υπηρετώ πίσω από τους τοίχους της φυλακής.
Εκεί δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια. Χρειάζεται να καθίσεις απέναντι από έναν άνθρωπο και να τον ακούσεις. Να ακούσεις την εξομολόγησή του. Την αγωνία του. Τον φόβο του. Τη μετάνοιά του. Ακόμη και τον θυμό του. Να ακούσεις τον πόνο ενός ανθρώπου που μπορεί να έκανε ένα μεγάλο λάθος, μπορεί να πλήγωσε, μπορεί να παρανόμησε και τώρα πληρώνει το τίμημα των πράξεών του, αλλά εξακολουθεί να έχει ψυχή.
Και πολλές φορές μέσα στη φυλακή έχω διαπιστώσει κάτι συγκλονιστικό: πίσω από ένα σκληρό πρόσωπο μπορεί να κρύβεται μια βαθιά πληγωμένη καρδιά.
Έχω δει ανθρώπους να δακρύζουν στην εξομολόγηση. Έχω δει ανθρώπους να κάνουν τον σταυρό τους διαφορετικά από ό,τι τον έκαναν πριν. Έχω ακούσει το «Πάτερ, προσευχήσου για μένα» να βγαίνει από τα χείλη ανθρώπων που ίσως για χρόνια είχαν ξεχάσει ακόμη και τον δρόμο προς την Εκκλησία.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι η φυλακή μπορεί να περιορίσει το σώμα, δεν μπορεί όμως να φυλακίσει τη χάρη του Θεού.
Η Θεία Λειτουργία μέσα σε ένα Σωφρονιστικό Κατάστημα έχει για μένα ένα ιδιαίτερο βάθος. Εκεί το «Εἰρήνη πᾶσι» ακούγεται διαφορετικά. Το «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» αποκτά άλλη δύναμη. Και το «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» γίνεται πραγματικά πρόσκληση επιστροφής.
Εκεί αντιλαμβάνεται κανείς ότι το Ευαγγέλιο δεν γράφτηκε μόνο για τους «καλούς», τους τακτοποιημένους και τους κοινωνικά αποδεκτούς. Γράφτηκε για τον τελώνη, για τον ληστή, για τον άσωτο, για τον αμαρτωλό, για κάθε άνθρωπο που κάποια στιγμή γονάτισε κάτω από το βάρος των λαθών του και τόλμησε να ψελλίσει: «Θεέ μου, ελέησόν με».
Ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο ο Χριστός άνοιξε τον Παράδεισο την ώρα του Σταυρού ήταν ένας καταδικασμένος ληστής. Αυτό από μόνο του αποτελεί ολόκληρη θεολογία για την ποιμαντική των φυλακών.
«Σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ».
Αυτός είναι ο Χριστός μας.
Δεν αγνοεί την αμαρτία, αλλά δεν συντρίβει τον αμαρτωλό. Δεν καταργεί την ευθύνη, αλλά αφήνει πάντοτε ανοιχτό τον δρόμο της μετανοίας. Δεν λέει στον άνθρωπο ότι δεν έκανε λάθος. Του λέει όμως ότι το λάθος του δεν είναι ισχυρότερο από το έλεος του Θεού.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν δικαιολογεί εγκλήματα ούτε λησμονεί τον πόνο των θυμάτων. Η συγχώρηση δεν σημαίνει κατάργηση της δικαιοσύνης. Σημαίνει όμως ότι αρνούμαστε να δεχθούμε πως ένας άνθρωπος είναι καταδικασμένος να παραμείνει για πάντα αυτό που υπήρξε στη χειρότερη στιγμή της ζωής του.
Πιστεύουμε στη μετάνοια.
Πιστεύουμε στην αλλαγή.
Πιστεύουμε στη δεύτερη ευκαιρία.
Πιστεύουμε στην Ανάσταση.
Και εάν η Εκκλησία πάψει να πιστεύει ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αναστηθεί από τα συντρίμμια της ζωής του, τότε έχει πάψει να κηρύττει το ίδιο το Ευαγγέλιο.
Ως πνευματικός των κρατουμένων δεν πηγαίνω στη φυλακή θεωρώντας ότι εγώ, ο κληρικός, είμαι ο «καλός» που πηγαίνει να διορθώσει τους «κακούς». Αυτό θα ήταν πνευματική αλαζονεία.
Πηγαίνω ως ένας άνθρωπος προς έναν άλλο άνθρωπο.
Ως ένας αμαρτωλός που γνωρίζει ότι και ο ίδιος ζει από το έλεος του Θεού.
Και πολλές φορές αναρωτιέμαι, βγαίνοντας από τη φυλακή, ποιος τελικά έδωσε περισσότερα σε ποιον. Γιατί έχω διδαχθεί και εγώ από αυτούς τους ανθρώπους. Από ένα δάκρυ μετανοίας, από μια εξομολόγηση, από μια προσευχή, από έναν άνθρωπο που μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα έμαθε να εκτιμά όσα εμείς έξω θεωρούμε αυτονόητα.
Μέσα στη φυλακή καταλαβαίνεις ακόμη κάτι: δεν είναι όλα τα δεσμά σιδερένια.
Υπάρχουν άνθρωποι ελεύθεροι που είναι φυλακισμένοι στο μίσος, στον εγωισμό, στην κακία, στα πάθη και στην αδυναμία τους να αγαπήσουν. Και υπάρχουν άνθρωποι πίσω από κάγκελα που μέσα από τη μετάνοια αρχίζουν να ανακαλύπτουν μια εσωτερική ελευθερία που ίσως ποτέ προηγουμένως δεν είχαν γνωρίσει.
Αυτούς τους ανθρώπους η Εκκλησία δεν πρόκειται να τους εγκαταλείψει.
Με την ευλογία και τη στήριξη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Επιφανίου θα συνεχίσουμε να περνούμε την πύλη του Σωφρονιστικού Καταστήματος Τρίπολης. Θα συνεχίσουμε να τελούμε τη Θεία Λειτουργία, να εξομολογούμε, να προσευχόμαστε, να ακούμε, να παρηγορούμε, να στηρίζουμε.
Και κυρίως θα συνεχίσουμε να θυμίζουμε σε κάθε κρατούμενο μία μεγάλη αλήθεια:
«Μπορεί να βρίσκεσαι στη φυλακή, αλλά για τον Θεό δεν είσαι ξεχασμένος».
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που μπορεί να μεταφέρει ένας ιερέας μέσα σε ένα κελί.
Ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα.
Ότι υπάρχει ακόμη δρόμος επιστροφής.
Ότι υπάρχει ακόμη συγχώρηση.
Ότι υπάρχει ακόμη ζωή.
Γιατί ο Χριστός δεν ήρθε για να αναζητήσει ανθρώπους χωρίς πληγές. Ήρθε για να θεραπεύσει τις πληγές μας. Δεν ήρθε για εκείνους που θεωρούν τον εαυτό τους αναμάρτητο, αλλά για εκείνους που έχουν το θάρρος να πουν: «Έπεσα, Κύριε. Βοήθησέ με να σηκωθώ».
Και όσο θα υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος πίσω από τα κάγκελα που αναζητά ένα χέρι για να σηκωθεί, η Εκκλησία οφείλει να βρίσκεται εκεί.
Όχι απέναντί του.
Δίπλα του.
Γιατί πίσω από κάθε αριθμό κρατουμένου υπάρχει ένα πρόσωπο. Πίσω από κάθε καταδικαστική απόφαση υπάρχει μία ανθρώπινη ζωή. Και πίσω από κάθε κλειστή πόρτα μπορεί να υπάρχει μία ψυχή που περιμένει ακόμη να ακούσει ότι ο Θεός δεν την ξέχασε.
Και αυτή, τελικά, είναι η αποστολή μας: να μην αφήσουμε κανέναν άνθρωπο να πιστέψει ότι για εκείνον δεν υπάρχει πια Ανάσταση.
Δημοσίευση σχολίου