Οι αστικές εκδηλώσεις μπορούν να ενισχύσουν τον τουρισμό μόνο όταν συνδέονται με την τοπική ταυτότητα, τη βιωσιμότητα, την πολιτιστική ανάπτυξη και τις ανάγκες των κατοίκων.
Στη σημερινή δυναμική του εδαφικού μάρκετινγκ, πόλεις όλων των μεγεθών έχουν γίνει μόνιμες σκηνές. “Λευκές Νύχτες”, φεστιβάλ street food, προσωρινές αγορές χειροτεχνίας γεμίζουν τα ημερολόγια πόλεων με την υπόσχεση οικονομικής αναζωογόνησης και αναγέννησης της αστικής εικόνας. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών φέρνει στο φως μια αναπόφευκτη αλήθεια: όταν αυτές οι εκδηλώσεις περιορίζονται σε καθαρή μαζική ψυχαγωγία και εμπορική κατανάλωση, χάνουν κάθε πραγματική αξία για τον τουρισμό και την πολιτιστική ανάπτυξη. Εάν μια εκδήλωση δεν καταφέρνει να παράγει “πολιτισμό” – νοούμενη ως κοινωνική ανάπτυξη, σεβασμό για την κληρονομιά, εκπαίδευση και συλλογική ευημερία – μετατρέπεται μοιραία σε ένα άδειο κέλυφος, σε ένα παρασιτικό φαινόμενο που φτωχαίνει μια περιοχή αντί να συμβάλλει στον εμπλουτισμό της.
Η ψευδαίσθηση των αριθμών και η παγίδα του καταναλωτή
Το κύριο σφάλμα κρίσης που κάνουν πολλές τοπικές αυτοδιοικήσεις αλλά και σύλλογοι και εμπλεκόμενοι φορείς έγκειται στις μετρήσεις της επιτυχίας. Συχνά, τα αποτελέσματα μιας «λευκής νύχτας» ή ενός φεστιβάλ φαγητού μετρούνται αποκλειστικά μέσω ποσοτικών δεικτών: ο αριθμός των επισκεπτών, ο κύκλος εργασιών των εμπορικών καταστημάτων και των καταστημάτων εστίασης, η πληρότητα των ξενοδοχείων (αποκλειστικά μία νύχτα και συνήθως όχι επισκεπτών, αλλά προσκεκλημένων καλλιτεχνών ή παραγόντων). Είναι γεγονός ότι το λιανεμπόριο, η εστίαση και η φιλοξενία έχουν ανάγκη από ένα θετικό πρόσημο στα οικονομικά τους αποτελέσματα, καθότι αντιμετωπίζουν τεράστιες πιέσεις τα τελευταία χρόνια, με πολλούς επιχειρηματίες να βρίσκονται σε διαρκή αγώνα επιβίωσης, κυρίως λόγω παραγόντων που συνδέονται με το αυξημένο λειτουργικό κόστος, τις υπέρογκες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, καθώς και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, κυρίως λόγω του πληθωρισμού, γεγονός που πλήττει άμεσα την εστίαση και το εμπόριο. Ωστόσο αυτή η κοντόφθαλμη άποψη συχνά συγχέει την κίνηση με την πρόοδο.

Συνήθως όμως μια μαζική εισροή επισκεπτών συγκεντρωμένη σε λίγες μόνο ώρες δημιουργεί έναν τουρισμό τύπου “hit-and-run”. Αυτό το κοινό-στόχος δεν έχει καμία συναισθηματική ή πολιτιστική σύνδεση με τον χώρο που φιλοξενεί την εκδήλωση. Το ιστορικό κέντρο, απογυμνωμένο από την ταυτότητά του, γίνεται αντιληπτό ως ένα υπαίθριο πάρκο ψυχαγωγίας, όπου οι κανόνες της αστικής συνύπαρξης έρχονται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην επιθυμία για άμεση απόδραση. Η κατανάλωση γίνεται αυτοσκοπός: καταναλώνεται τυποποιημένο φαγητό, καταναλώνεται τυποποιημένη μουσική και, τέλος, καταναλώνεται ο δημόσιος χώρος, αφήνοντας στο πέρασμά της ένα αποτύπωμα σπατάλης και αποσύνθεσης.
Η αστική παρακμή και το ρήγμα με τους κατοίκους
Όταν μια εκδήλωση δε σχεδιάζεται με στρατηγικό όραμα και με μια σταθερή αστική βάση, το κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος υπερτερεί κατά πολύ του προσωρινού οικονομικού οφέλους. Το πιο προφανές φαινόμενο είναι η αστική παρακμή. Έχουμε δει σε πολλές πόλεις, ιστορικές πλατείες και μνημεία αναμφισβήτητης ιστορικής αξίας να πολιορκούνται από επεμβατικές προσωρινές κατασκευές, καπνούς από μαγείρεμα, ηχορύπανση και τόνους πλαστικών απορριμμάτων. Η έλλειψη βιώσιμης εφοδιαστικής αλυσίδας και έγκαιρων σχεδίων καθαρισμού μετατρέπει τα αστικά κέντρα σε πεδίο σκηνών “αποκάλυψης” τα πρωινά που ακολουθούν την εκδήλωση.
Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί ένα βαθύ και συχνά ανεπανόρθωτο ρήγμα με την τοπική κοινότητα. Οι κάτοικοι, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι οι κύριοι θεματοφύλακες και ωφελούμενοι της πολιτιστικής ζωής της πόλης τους, αισθάνονται ότι έχουν στερηθεί τον ζωτικό τους χώρο. Η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η αδυναμία ξεκούρασης λόγω ανεξέλεγκτων ντεσιμπέλ και η αντίληψη του γεγονότος ως εισβολής, τροφοδοτούν ένα έντονο αίσθημα εχθρότητας απέναντι στον ίδιο τον τουρισμό. Μια πόλη που εκδιώκει ή τιμωρεί τους κατοίκους της για να δημιουργήσει χώρο για ανειδίκευτο τουρισμό παύει να είναι μια ζωντανή κοινότητα, μεταμορφούμενη σε ένα τεχνητό περιβάλλον χωρίς αυθεντικότητα.
Η υποτίμηση της πολιτιστικής προσφοράς
Από πολιτιστική άποψη, η τυποποίηση των προϊόντων και δρώμενων είναι το πιο προφανές σύμπτωμα της έλλειψης νοήματος αυτών των εκδηλώσεων. Πολλά φεστιβάλ φαγητού ή λευκές νύχτες είναι τυποποιημένα, πανομοιότυπα και αναπαραγώγιμα στις περισσότερες πόλεις από την Βόρεια Ελλάδα έως την Κρήτη, χωρίς καμία σύνδεση με την ιστορία ή τις παραδόσεις της κοινότητας υποδοχής.
Το φαγητό του δρόμου που πωλείται σε αυτές τις εκδηλώσεις χάνει τη φύση του ως άυλη κληρονομιά και έκφραση της τοπικής γαστρονομικής κουλτούρας, καθιστάμενο ένα καθαρά εμπορικό προϊόν, συχνά αποσυνδεδεμένο από τις τοπικές αλυσίδες παραγωγής. Από την άλλη, η καλλιτεχνική προσφορά των “λευκών νυχτών”, που κάποτε θεωρούνταν ως ευκαιρία για το άνοιγμα μουσείων και την προώθηση της ευαισθητοποίησης για την πολιτιστική κληρονομιά σε ασυνήθιστες ώρες, υποβαθμίζεται σε μια συλλογή μικρών σκηνών με δυνατή εμπορική μουσική. Αυτό αναιρεί την παιδαγωγική και χειραφετική λειτουργία του πολιτισμού στο σύνολό της, αντικαθιστώντας την με ψυχαγωγία χαμηλού κόστους (και συχνά ποιότητας) που δεν αφήνει κανένα αποτύπωμα στη μνήμη ή την ευαισθησία των συμμετεχόντων.
Δημιουργία “πολιτισμού”: οι πυλώνες ενός ενάρετου μοντέλου
Για να αποκτήσουν ξανά νόημα οι αστικές εκδηλώσεις αυτού του είδους για τον τουρισμό και την πολιτιστική ανάπτυξη, απαιτείται μια ριζική αλλαγή του μοντέλου. Οι εκδηλώσεις πρέπει να αποτελούν “γεννήτριες” πολιτισμού, ικανές να ενεργοποιήσουν ενάρετες διαδικασίες που διαρκούν στο χρόνο. Ένας ανάλογος στόχος επιτυγχάνεται εστιάζοντας σε τρεις βασικούς πυλώνες:
- Ταυτότητα και προώθηση της βραχείας αλυσίδας εφοδιασμού: ένα φεστιβάλ τροφίμων έχει νόημα εάν γίνεται βιτρίνα για τους τοπικούς παραγωγούς, τη βιώσιμη γεωργία και την ανακάλυψη ιστορικών συνταγών. Η εκδήλωση πρέπει να αφηγείται μια ιστορία, να εκπαιδεύει τους γευστικούς κάλυκες και να συνδέει τους επισκέπτες με την αγροτική και παραγωγική ψυχή της περιοχής. Με αυτόν τον τρόπο, ο οικονομικός αντίκτυπος κατανέμεται ευρύτερα μεταξύ των τοπικών επιχειρήσεων και η εκδήλωση γίνεται μοναδική και ανεπανάληπτη σε σχέση με άλλες περιοχές.
- Η πλήρης βιωσιμότητα ως προϋπόθεση: η διαχείριση μιας δημόσιας εκδήλωσης πρέπει να αποτελεί παράδειγμα αστικού καθήκοντος. Οι αυστηρές στρατηγικές μείωσης των αποβλήτων (εξάλειψη του πλαστικού μιας χρήσης, χρήση κομποστοποιήσιμων επιτραπέζιων σκευών, επανδρωμένοι σταθμοί ανακύκλωσης), η βελτίωση της κυκλοφορίας μέσω της αποθάρρυνσης της χρήσης ιδιωτικών αυτοκινήτων στο κέντρο και η απόλυτη συμμόρφωση με τα όρια θορύβου δεν είναι γραφειοκρατικές λεπτομέρειες, αλλά κεντρικά στοιχεία της πολιτιστικής εμπειρίας. Μια εκδήλωση που διδάσκει τον σεβασμό για το περιβάλλον ενισχύει εγγενώς την ευγένεια.
- Κληρονομιά για την περιοχή: η επιτυχία μιας εκδήλωσης μετριέται από την επόμενη μέρα. Τι μένει για την πόλη όταν σβήσουν οι προβολείς; Ένα ενάρετο μοντέλο δεν κατασπαταλά τους περιορισμένους πόρους της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά δημιουργεί και χρησιμοποιεί τα έσοδα της εκδήλωσης ή την προβολή που δημιουργείται, για την ανακατασκευή μιας υποβαθμισμένης αστικής περιοχής, για τη χρηματοδότηση της αποκατάστασης ενός πολιτιστικού αγαθού ή για τη δημιουργία μόνιμων δικτύων μεταξύ πολιτών, εμπόρων και του πολιτιστικού κόσμου.
Προς έναν υπεύθυνο τουρισμό
Η τουριστική ανάπτυξη μιας πόλης δεν μπορεί να σχεδιαστεί με βάση εφήμερες, συχνά καταστροφικές αυξήσεις μαζικής προσέλευσης επισκεπτών. Ο πιο προηγμένος και συνειδητός σύγχρονος τουρισμός επιδιώκει την αυθεντικότητα, την ποιότητα ζωής και συναντήσεις με φιλόξενες κοινότητες περήφανες για την ταυτότητά τους.
Οι “λευκές νύκτες”, τα φεστιβάλ και οι εκδηλώσεις δρόμου πρέπει επομένως να μεταμορφωθούν από την προσέλκυση αδιάκριτων μαζών σε καταλύτες για “υπεύθυνο τουρισμό”. Όταν μια εκδήλωση είναι καλά οργανωμένη, σέβεται τους κατοίκους, έχει τις ρίζες της στην τοπική κουλτούρα και είναι προσανατολισμένη στη βιωσιμότητα, όχι μόνο προσελκύει επισκέπτες υψηλότερης ποιότητας – πρόθυμους να ξοδέψουν περισσότερα και να μείνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα – αλλά και εκπαιδεύει το τοπικό κοινό να απολαμβάνει την πόλη του πιο συνειδητά.
Οι τοπικές αυτοδιοικήσεις και οι καλλιτεχνικοί διευθυντές πάσης φύσεως έχουν καθήκον να εγκαταλείψουν την κουλτούρα του εφήμερου και άμεσου επικοινωνιακού οφέλους ή κέρδους με κάθε κόστος. Ο σχεδιασμός εκδηλώσεων που δεν προάγουν την τοπική κουλτούρα και την ευγένεια είναι μια πολιτιστική αποτυχία και αντιπαραγωγικός από τουριστικής απόψεως. Μόνο αποκαθιστώντας την αξία των κοινωνικών σχέσεων, της πολιτιστικής ανάπτυξης και του σεβασμού για το κοινό καλό στο επίκεντρο των αστικών εκδηλώσεων, θα είναι δυνατό να μετατραπούν σε ένα γνήσιο μέσο προόδου και ανάπτυξης για το μέλλον των πόλεών μας
https://www.traveldailynews.gr/column/arthro/i-parakmi-toy-efimeroy-giati-astikes-ekdiloseis-choris-stratigiko-orama-adynatoyn-na-proagoyn-ton-toyrismo-kai-ton-politismo/
Με εκτίμηση
Κων/νος Μαρινάκος
Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
Δ/ντής Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών ΄΄Executive MBA in Hotel Management;;
Πρόεδρος Τουριστικού Οργανισμού Πελοποννήσου (Τ.Ο.Π.)
Αντιπρόεδρος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων (Π.Ο.Ξ.)
Αντιπρόεδρος Περιφερειακού Συμβουλίου Έρευνας & Καινοτομίας Περιφέρειας Πελοποννήσου (Π.Σ.Ε.Κ.)
Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στην Τουριστική Εκπαίδευση του Υπουργείου Τουρισμού

Δημοσίευση σχολίου