Στην Αρκαδία βρήκαν τη ζωή που ήθελαν


στην-αρκαδία-βρήκαν-τη-ζωή-που-ήθελαν-564567487
Στέφανι Αντωνίου (Φωτογραφίες: Σωκράτης Μπαλταγιάννης)
Μαρίνα Πετρίδου

Στέφανι Αντωνίου, Stefi’s Equestrian Tours

«Στην Καρύταινα ζω το όνειρό μου»

Έχει τρομερή μέρα για τέλη Ιανουαρίου. Λιακάδα, πεντακάθαρος ουρανός και στο βάθος το κάστρο της Καρύταινας. Από κάπου ακούγονται πρόβατα να βελάζουν. Στον αέρα, μυρωδιά βρεγμένου χώματος. Η Στέφανι Αντωνίου μάς περιμένει με την Γκόλντι και τον Αμίγκο, τα άλογά της. Εδώ γνώρισε τον άντρα της, μεγάλωσε τα παιδιά της και έστησε το κτήμα της, το οποίο λειτουργεί ως επιχείρηση ιππικού τουρισμού. «Στο χωριό απέκτησα ποιότητα ζωής. Με είχε κουράσει η πόλη. Όταν παθαίνεις κορεσμό, αρχίζεις και αναζητάς κάτι άλλο. Το βουνό ήταν εδώ για εμάς».

Καβαλικεύουμε και ξεκινάμε. Η διαδρομή περνά από το ιστορικό πεντάτοξο γεφύρι της Καρύταινας, «το γεφύρι του πεντοχίλιαρου», όπως το λένε οι ντόπιοι. «Με συνοδοιπόρο το άλογο ανακαλύπτεις την περιοχή, την ιστορία και τον πολιτισμό της, τη γαστρονομία, ακόμα και τη χλωρίδα και την πανίδα», εξηγεί. Οι περιηγήσεις πραγματοποιούνται όλο τον χρόνο και απευθύνονται σε ανθρώπους που θέλουν να γνωρίσουν τη Γορτυνία αλλιώς.

Η σχέση της Στέφανι με τα άλογα ξεκίνησε πολύ πριν από την Καρύταινα, στη Σπάρτη, όπου μεγάλωσε. «Τα παιχνίδια μου ήταν τα αλογάκια. Οι φίλες μου είχαν Μπάρμπι, εγώ Μικρό μου Πόνι». Στα δεκατρία, πήγε κρυφά στο παζάρι του Μυστρά με χρήματα από τα κάλαντα και αγόρασε ένα άσπρο, ηλικιωμένο άλογο. Το έλεγαν Τσίλι. «Μόλις το πήρα από το σκοινί και το έκανα μια βόλτα, ήθελα να κλάψω από τη χαρά μου. Πήγα σπίτι και εμφανίστηκα μπροστά στον πατέρα μου με το άλογο. Του έπεσε το σαγόνι. Αλλά κατάλαβε».

Στα δεκαοχτώ της έπιασε δουλειά στη σχολή αναβατών στον αθηναϊκό ιππόδρομο κι από εκεί βρέθηκε στην Αγγλία, όπου φοίτησε σε ιππική σχολή. Έπειτα εργάστηκε στον Καναδά ως ιπποκόμος και γνώρισε τη θεραπευτική ιππασία. «Αυτά που με έμαθαν τα άλογα δεν μου τα έμαθε κανένας δάσκαλος», λέει.

Η καρδιά της δεν άργησε να τη φέρει πίσω στην Ελλάδα. Επέστρεψε στο πατρικό της στη Σπάρτη και άρχισε να σκέφτεται το επόμενο βήμα. Η πρόταση ήρθε από την Καρύταινα: να στήσει από το μηδέν ένα αγρόκτημα με άλογα.

Κοντεύει να νυχτώσει. Η Γκόλντι περπατά ήρεμα, ο Αμίγκο προπορεύεται, η Στέφανι δίπλα τους – χωρίς φωνές, χωρίς βιασύνη. «Εδώ έχω βρει τον εαυτό μου και ζω το όνειρό μου», λέει.

Άρης Γιαννούκος, Ορειβατικό Καταφύγιο ΕΟΣ Τρίπολης

«Το βουνό είναι το φάρμακό μου»

Στην Αρκαδία βρήκαν τη ζωή που ήθελαν-1
Άρης Γιαννούκος

Στο Μαίναλο το έχει στρώσει για τα καλά. Από νωρίς, οικογένειες ανεβαίνουν στο βουνό για σκι, σνόουμπορντ και παιχνίδι με το χιόνι. Μαζί τους και ο Άρης Γιαννούκος, ο άνθρωπος που έχει αναλάβει τη διαχείριση του Ορειβατικού Καταφυγίου του ΕΟΣ Τρίπολης.

Την ώρα που φτάνουμε, επικρατεί αναβρασμός. Άλλοι παραγγέλνουν φαγητό, άλλοι ξεκουράζονται στα τραπεζάκια, άλλοι κάθονται έξω και αγναντεύουν τις βουνοπλαγιές. Ο Άρης τρέχει να εξυπηρετήσει τον κόσμο και να συντονίσει την ομάδα του: καφέ, τσάι, λίγα πιάτα, καθαριότητα, προμήθειες. Έφυγε από την Αθήνα πριν από είκοσι χρόνια και κάτι, με την ιδέα να δοκιμάσει να ζήσει στην Τρίπολη για κάποιο διάστημα. Δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Σεπόλια. Στα είκοσί του εργαζόταν ήδη σε καταστήματα αθλητικών ειδών. Ξεκίνησε ως πωλητής, έγινε υποδιευθυντής και μετά διευθυντής. «Έμπαινα μέρα και έβγαινα νύχτα από το μαγαζί. Υπήρχαν φορές που με έπαιρνε ο ύπνος στο μετρό από την κούραση».

Κάποια στιγμή έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται να αγοράσει ηλεκτρικό πατίνι για να γλιτώνει χρόνο στο πηγαινέλα. «Εκεί κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά», θυμάται. Λόγω της καταγωγής των γονέων του από τη Γορτυνία, ένιωθε πάντα μια έλξη για τον τόπο. Ένας φίλος στην Τρίπολη του έριξε την ιδέα. Είχε προκύψει κενή θέση σε κατάστημα αθλητικών ειδών, έδωσαν τα χέρια και έφυγε από την Αθήνα με σκοπό να μείνει έναν χρόνο. «Έφτασα Παρασκευή με δύο βαλίτσες, ένα ποδήλατο και λίγα πράγματα. Τη Δευτέρα πήρα το ποδήλατο και σε τρία λεπτά ήμουν στη δουλειά. Όταν έμαθα ότι τη Δευτέρα και την Τετάρτη τα μαγαζιά κλείνουν στις 14.30, νόμισα ότι μου κάνουν πλάκα». Τότε άρχισε να πηγαίνει και στο βουνό. Μονοπάτια, πεζοπορία, ησυχία. «Κατάλαβα ότι έχω αποκτήσει ποιοτική καθημερινότητα. Η πραγματική ζωή βρίσκεται στον ελεύθερο χρόνο».

Για πολλά χρόνια έκανε δύο δουλειές – τη μία στα αθλητικά, τη δεύτερη στο βουνό. Πλέον ζει από το καταφύγιο και ως συνοδός βουνού. «Κατάφερα να κάνω το χόμπι μου επάγγελμα», λέει. Όταν χρειάζεται να πάει στην Αθήνα, δεν αντέχει πάνω από δύο μέρες. «Νιώθω κλεισούρα. Ακόμα κι αν μου έδιναν δουλειά με 5.000 ευρώ τον μήνα, δεν θα γύριζα πίσω. Το βουνό είναι το φάρμακό μου. Ζω από αυτό και μεγαλώνω τα παιδιά μου», καταλήγει.

Ευτυχία Βλάχου, aγρόκτημα Αρκαδιανή

«Στο Ψάρι αφήνω το αποτύπωμά μου»

Στην Αρκαδία βρήκαν τη ζωή που ήθελαν-2
Ευτυχία Βλάχου

Το πολυλειτουργικό αγρόκτημα Αρκαδιανή που δημιούργησε ο επιχειρηματίας Μάκης Παπούλιας, με καταγωγή από το χωριό Ψάρι, το 2007, είχε εξαρχής ως στόχο να κρατήσει ζωντανές τις γεύσεις, τις συνταγές και τις γαστρονομικές μνήμες του τόπου. Στον χώρο λειτουργεί εργαστήριο παραδοσιακών προϊόντων για την παρασκευή ξινόχοντρου, τραχανά, χυλοπιτών, πλιγουριού και γλυκών του κουταλιού – όλα είναι φτιαγμένα με ντόπια υλικά από μαγείρισσες του χωριού. Παράλληλα, γίνονται μαθήματα μαγειρικής, υπάρχει μια σπάνια βιβλιοθήκη παλαιάς οικιακής και γαστρονομικής γραμματείας (με εκδόσεις που φτάνουν έως το 1816) και ένα μικρό μουσείο παλιών επαγγελμάτων. Έχουν επίσης προβλεφθεί χώροι για workshops και εκδηλώσεις μικρής κλίμακας, καθώς επίσης λαχανόκηπος και ξυλόφουρνος. Το καλοκαίρι, δύο εστιατόρια με φιλοσοφία farm to table ολοκληρώνουν την εμπειρία.

Μπροστά μας απλώνεται το λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης, με τη λίμνη Τραπεζούντας στο βάθος. «Αυτή η θέα μού έδωσε την ώθηση να μείνω εδώ», λέει η Ευτυχία Βλάχου, υπεύθυνη για τη διαχείριση και την εξωστρέφεια του αγροκτήματος. Μεγαλωμένη στην Αθήνα, άλλαξε διάφορες δουλειές, ώσπου άρχισε να αναθεωρεί τις προτεραιότητές της. Τον καιρό της πανδημίας, βρέθηκε στην περιοχή με την οικογένειά της. Αν για τους περισσότερους ήταν μια δύσκολη περίοδος, για την Ευτυχία λειτούργησε σαν αποκάλυψη. Ξεκίνησε να περπατά στο βουνό, να περνά ώρες στην ύπαιθρο. «Εκεί συνειδητοποίησα ότι κάτι αλλάζει». Γνώρισε τον Μάκη Παπούλια, εμπιστεύτηκαν ο ένας τον άλλον και κάπως έτσι ανέλαβε τη διαχείριση της Αρκαδιανής. «Ήθελα να αφήσω το αποτύπωμά μου», λέει.

Η Αρκαδιανή λειτουργεί με τη φιλοσοφία ότι όλα συνδέονται: η πρώτη ύλη, το χωράφι, η κουζίνα, η παράδοση, η γνώση. Όταν το κτήμα φιλοξενεί σχολικές επισκέψεις, τα παιδιά μαθαίνουν πώς γίνεται το προζύμι, πώς ψήνεται το ψωμί αλλά και τι σημαίνουν τα «κεντήματα» πάνω στο ζυμάρι, που ταυτίζονται με ευχές για καρποφορία. Όλα αυτά τα οργανώνει και τα συντονίζει η Ευτυχία, γιατί το αποτύπωμα που θέλει να αφήσει στο Ψάρι δεν είναι μόνο γαστρονομικό αλλά και εκπαιδευτικό. «Μόνο κερδίζω με την απόφασή μου να φύγω από την πόλη», λέει. «Θέλω βουνό, το έχω. Θέλω θάλασσα, την έχω. Δεν νιώθω απομονωμένη· νιώθω γεμάτη γιατί προσφέρω στον τόπο και σ’ εμένα».

Νικόλας Τσαμπατσάς – Ευσεβία Σπηλιωτάκη, Παντοπωλείο Για Φαντάσου

«Θέλουμε να εμπνεύσουμε τους δημιουργικούς ανθρώπους»

Στην Αρκαδία βρήκαν τη ζωή που ήθελαν-3
Νικόλας Τσαμπατσάς – Ευσεβία Σπηλιωτάκη

Περπατώντας στον κεντρικό δρόμο της Δημητσάνας, ένα κατάστημα με γαλάζια πρόσοψη ξεχωρίζει. Το Για Φαντάσου μοιάζει περισσότερο με μικρό «μουσείο» ελληνικών προϊόντων παρά με απλό παντοπωλείο. Οι ιδιοκτήτες μιλούν για τους παραγωγούς σαν να πρόκειται για φίλους τους. Γνωρίζουν εξάλλου προσωπικά την ιστορία πίσω από κάθε προϊόν και τους ανθρώπους που το παράγουν.

Ο Νικόλας Τσαμπατσάς και η Ευσεβία Σπηλιωτάκη ζουν στη Δημητσάνα τα τελευταία δώδεκα χρόνια, ικανοποιώντας την επιθυμία τους για αποκέντρωση. Εκείνος εργαζόταν ως στέλεχος σε μεγάλη τράπεζα στην Αθήνα και, όταν άνοιξε θέση στη Δημητσάνα, το είδε σαν σημάδι. Για κάποιον άλλο η μετάθεση θα σήμαινε επαγγελματική «υποβάθμιση», αλλά για τον Νικόλα και τη σύντροφό του Ευσεβία, που τον ακολούθησε σε αυτή την απόφαση, η ζωή άλλαξε προς το καλύτερο. «Θέλαμε να εμπνεύσουμε μια ξεχωριστή κοινότητα δημιουργικών ανθρώπων», λένε. Και κάπως έτσι, ορμώμενοι και από την αγάπη της Ευσεβίας για την ύφανση, έστησαν και το μαγαζί τους. Γιατί σαν υφαντό περιγράφουν το Για Φαντάσου: στημόνια είναι οι συνεργάτες τους, υφάδια τα προϊόντα τους και οι ίδιοι πλέκουν καθημερινά αυτό το σύνολο.

Είναι στα καλύτερά τους όταν μπαίνουν πελάτες στο μαγαζί και, με περηφάνια και ενθουσιασμό, τους παρουσιάζουν την «πραμάτεια» τους: τσακώνικα υφαντά της Ελισάβετ Ροδοπούλου από τον Τυρό, τσιπς από μήλα ΠΟΠ νέων καλλιεργητών της Τεγέας, προϊόντα από την παλαιότερη ποτοποιία της Ελλάδας στην Καλαμάτα, τοπικό ελαιόλαδο από την ποικιλία Μανάκι, μέλι Αρκαδίας, μαρμελάδες, μικρές παρτίδες τροφίμων που δεν φτιάχνονται για να μείνουν μήνες στο ράφι, αλλά συσκευάζονται κατόπιν παραγγελίας σε προσεγμένα, όμορφα κουτιά. Δίπλα τους, καλλυντικά, χειροτεχνήματα, αντικείμενα με ελληνική ταυτότητα και ιστορία. Θέλεις να τα πάρεις όλα – κάθε προϊόν είναι πραγματικά ξεχωριστό. Το Για Φαντάσου δεν στηρίζει μόνο παραγωγούς της περιοχής, αλλά ανθρώπους από όλη την Ελλάδα που επενδύουν στον κόπο τους και δουλεύουν με συνέπεια και στόχο να αναδείξουν μια Ελλάδα δημιουργική και αληθινή.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 15ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Αρκαδία», Μάρτιος 2026.

Kathimerini.gr

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη